Κανείς δεν ήθελε φέτος να τελειώσουν οι γιορτές. Άλλες χρονιές μας μπούκωνε το δέντρο μας κούραζαν τα φωτάκια, τις βαριόμασταν τις χριστουγεννιάτικες μουσικές. Φέτος δε ξέρω τι συνέβη. Δε χόρτασε κανείς.
Κοιτάζοντας γύρω μου και ακούγοντας σχόλια από φίλους, ελεύθερους, παντρεμένους με παιδιά και χωρίς κατέληξα στις εξής σκέψεις.
Φέτος οι πολλοί δεν μάσησαν από το παραμύθι της υποχρεωτικής διασκέδασης. Πολλοί από εμάς – και εγώ- απείχαμε συνειδητά ή ασυνείδητα από το πανηγύρι της παραμονής της πρωτοχρονιάς. Μία ημικρανία με έκανε να στήσω τις φίλες μου εκείνο το μεσημέρι. Πονούσα τόσο πολύ που δεν κατάφερα ούτε στη δουλειά να πάω. Εκ των υστέρων στεναχωρέθηκα για τη δουλειά αλλά καθόλου για την ακυρωμένη γύρα στα μπαράκια.
Εάν ήθελα να κρατήσω τέσσερις στιγμές από τις φετινές γιορτές δεν θα αναφερθώ σε κανένα γλέντι. Η πρώτη ήταν στη δουλειά. Παραμονή Χριστουγέννων ήρθαν οι χορωδοί του Μουσικού εργαστηρίου του συλλόγου ποντίων ακρίτες του Πόντου Σταυρούπολης με τον υπεύθυνο τους Γιώργο Πουλαντσακλή να μας πουν τα κάλαντα. Όσοι συνάδελφοι ήμασταν εκεί μαζευτήκαμε και μοιραστήκαμε την εμπειρία. Καλέσαμε και έναν Πόντιο αρχισυντάκτη μας με βιντεοκλήση να τους ακούσει. Εκείνες τις στιγμές ένιωσα πως ήμασταν όλοι μας ένα.
Η δεύτερη ήταν στο σπίτι μου όπου φιλοξενούσα το γιο μου και τη σύντροφο του. Καθίσαμε- πρώτη μέρα του χρόνου- για πρωινό στο τραπέζι μου. Απλώς αυτό. Είχα κρατήσει δύο μπάλες για το δέντρο να τις στολίσουν οι δυο τους. Και με αυτές απέκτησαν νόημα όλα τα στολίδια του δέντρου μου.
Η τρίτη ήταν το βράδυ της Παραμονής, στο γνωστό ρεβεγιόν που διοργανώνει η μαμά μου που αν ήταν ο Αλμοδοβάρ εκεί θα το γύριζε ταινία. Αναρχικοί, δήμαρχοι, άρρωστοι και υγιείς, πολύ μεγάλοι και πολύ μικροί, γκέι και στρέιτ, γνωστοί και άγνωστοι, όλοι εκτός από τη θεία Μαίρη, ενωθήκαμε όλοι σε ένα ήσυχο και ανήσυχο πλήθος με σημείο αναφοράς τη μαμά μου. Της χρωστάω ευγνωμοσύνη που μας μαζεύει όλους ακούραστα εκεί.
Το μεσημέρι της επόμενης μέρας, δηλαδή της πρωτοχρονιάς ξαναμαζευτήκαμε όλοι όλη η οικογένεια στο σπίτι της μαμάς μου. Εμφανίστηκε και η εγγονή μου και το χαμόγελο της ήταν η τέταρτη στιγμή.
Υ.Γ. Νομίζω πως εκείνο το μεσημέρι, που πάλι κανείς μας δεν έλεγε να φύγει η μαμά μου ήταν σε απόγνωση. Αλλά και πάλι έλαμπε. Ολόφωτη.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA




