«Κάποιος είπε ότι ο κόσμος είναι σκηνή και ο καθένας πρέπει να παίξει το ρόλο του». Το αιχμηρό έργο του Αργεντινού συγγραφέα Copi, «Το Ψυγείο» παρουσιάστηκε στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών, «καυτηριάζοντας» την υποκρισία της κοινωνίας, την ομοφοβία και το θάνατο. Η σκηνοθέτης του έργου, Κατερίνα Νικολάτου, μιλά στην Karfitsa.
Συνέντευξη: Ελίνα Τουκουσμπαλίδου
Οι χαρακτήρες του Copi αιωρούνται μεταξύ του θεάτρου του παραλόγου και της τραγωδίας. Αυτό θα δούμε και στη δική σας παράσταση;
Παράλογο/τραγωδία/χιούμορ/θρίλερ/ κόμικ/φιλμ νουάρ. Νομίζω πως τόσο το ίδιο το κείμενο, όσο και η παράσταση δανείζεται στοιχεία από πολλά και διαφορετικά είδη. Ο Copi δημιουργεί έναν μικρόκοσμο δίχως κανόνες, όπου η πραγματικότητα διαστέλλεται και οι μεταβάσεις συμβαίνουν απρόσμενα, κωμικά, μαγικά. Στόχος της ομάδας μας ήταν να μην φοβηθούμε αυτές τις αντιφάσεις, αλλά να τις αγκαλιάσουμε και να τις αναδείξουμε ακόμα περισσότερο. Μέσα από τη συνύπαρξη αυτών των τόσο ετερόκλητων στοιχείων, νιώθω πως αποκαλύπτεται κάτι βαθιά ανθρώπινο.

Τελικά πόσα μπορούμε να κρατήσουμε «παγωμένα» μέσα μας;
Σύμφωνα με τους ειδικούς: “Η απόψυξη εξαρτάται από τον τύπο του ψυγείου. Για τα συμβατικά ψυγεία, πρέπει να γίνεται μία με δύο φορές τον χρόνο ή μόλις το στρώμα πάγου στο εσωτερικό ξεπεράσει τα χιλιοστά. Αντιθέτως, τα ψυγεία No Frost δεν χρειάζονται συχνή χειροκίνητη απόψυξη.”
Δυστυχώς όμως, οι άνθρωποι δεν είμαστε No Frost. Όσο κι αν προσπαθούμε να “καταψύξουμε” μνήμες, φόβους, τραύματα ή επιθυμίες, κάποια στιγμή όλα επιστρέφουν στην επιφάνεια. Και τότε αρχίζει η πραγματική διαχείριση αυτού που κρύβαμε τόσο καιρό μέσα μας.
Το έργο γράφτηκε το 1983 και πραγματεύεται ζητήματα όπως η ομοφοβία, η μοναξιά και ο θάνατος. Σήμερα στο 2026 πόσο επίκαιρα είναι το καθένα από αυτά;
Ο Copi έγραψε το έργο μέσα στη σκιά της επιδημίας του AIDS, γνωρίζοντας ο ίδιος πολύ καλά τι σημαίνει φόβος, κοινωνικός αποκλεισμός και απώλεια. Όμως αυτό που κάνει το έργο να αντέχει στον χρόνο είναι ότι δεν μιλά μόνο για μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή· μιλά για τον άνθρωπο και για όλα όσα προσπαθεί να κρατήσει «παγωμένα» μέσα του ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να ζει. Σήμερα, εν έτει 2026, παρόλο που ο ο κόσμος φαίνεται να έχει προχωρήσει σε πολλά επίπεδα, η επιστήμη να εξελίσσεται και οι κοινωνίες να μοιάζουν πιο ανοιχτές, εξακολουθούμε να βλέπουμε ακόμη ακραίες μορφές ρατσισμού, συντηρητισμού, σεξισμού και ομοφοβίας να επιστρέφουν δυναμικά στον δημόσιο λόγο. Και παράλληλα, η μοναξιά του ατόμου μοιάζει πιο έντονη από ποτέ.

“You know someone said that the world’s a stage and each of us must play a part”. Δεν επιλέγουμε τον ερχομό μας στη σκηνή της ζωής, αλλά θεωρείτε ότι τουλάχιστον πρέπει να επιλέξουμε και να διαμορφώσουμε κατά το δοκούν το ρόλο μας; Και ποια πρέπει να είναι τα «ποιοτικά χαρακτηριστικά» αυτού του ρόλου;
Το ζήτημα των ταυτοτήτων διαπραγματεύεται έντονα και μέσα στο ίδιο το έργο. Είναι ένα θέμα που απασχολεί βαθιά πολλούς ανθρώπους σήμερα: έχουμε μία ενιαία ταυτότητα ή πολλές, που συνυπάρχουν και συγκρούονται μεταξύ τους; Και ποιες από αυτές γίνονται κοινωνικά αποδεκτές, ενώ ποιες αναγκάζονται να μείνουν στο περιθώριο; Το έργο του Copi δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, εκθέτει αυτή την υπαρξιακή σύγκρουση μέσα από τους χαρακτήρες του, χωρίς ποτέ να απολογείται γι’ αυτήν και χωρίς να επιχειρεί να την εξηγήσει ή να την “εξευγενίσει” για το κοινό. Απλώς την αφήνει να υπάρχει, ωμή, αστεία και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη.
Τι πρέπει να έχει στο νου του ο θεατής ερχόμενος να δει την παράσταση;
Έχει σημασία να θυμόμαστε ότι το έργο γράφτηκε από έναν άνθρωπο που γνώριζε πως σε λίγο καιρό θα πεθάνει. Αυτή η συνθήκη, κατά τη γνώμη μου, αλλάζει αναπόφευκτα την οπτική μας, καθώς πίσω από το χιούμορ, την υπερβολή και τη θεατρική σύμβαση, διακρίνεται έντονα ένα υπόγειο αίσθημα εγκλεισμού, φόβου και μοναξιάς. Το έργο αποκτά μια πιο υπαρξιακή, σχεδόν σκοτεινή διάσταση.
Πώς θα χαρακτηρίζατε το κοινό της Θεσσαλονίκης;
Το κοινό της Θεσσαλονίκης διαθέτει πολλές και διαφορετικές ταυτότητες, δείχνοντας ενδιαφέρον και αγάπη για το θέατρο. Πιστεύω όμως πως χρειάζεται να γίνει πιο αυστηρό και απαιτητικό απέναντι στις παραστάσεις που παρουσιάζονται, να τολμά να στηρίζει το νέο και το διαφορετικό, διεκδικώντας παράλληλα υψηλότερη ποιότητα και ουσιαστικό καλλιτεχνικό λόγο.



