Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει ζητώντας δεύτερη ανάγνωση της Ιστορίας. Η Μαρία Καρυστιανού μπαίνει στην πολιτική κουβαλώντας το ηθικό φορτίο της κοινωνικής οργής. Το ερώτημα είναι αν ακούσαμε κάτι που να μας κάνει σοφότερους ή απλώς πιο καχύποπτους
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Η ελληνική πολιτική σκηνή απέκτησε μέσα σε λίγες ημέρες δύο νέα κόμματα και, όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτή τη χώρα, το πολιτικό σύστημα έκανε ότι αιφνιδιάστηκε από κάτι που συζητούσε μήνες. Ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε από το Θησείο την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ., της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, παρουσιάζοντας επτά δεσμεύσεις γύρω από την αξιοπρέπεια, τη δημοκρατία, την οικονομία, το κοινωνικό κράτος και την εξωτερική πολιτική. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η Μαρία Καρυστιανού παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία – Μαρία Καρυστιανού Ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών», με σύμβολα το περιστέρι και το κλαδί ελιάς και με βασικούς άξονες τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια, το κράτος δικαίου, την πρώτη κατοικία, την ανεξαρτησία των ΜΜΕ και την κοινωνική προστασία.
Στην πραγματικότητα δεν έχουμε απλώς δύο νέα κόμματα. Έχουμε δύο διαφορετικές απαντήσεις στην ίδια πολιτική πείνα. Η μία απάντηση λέγεται επιστροφή. Η άλλη λέγεται ηθική αγανάκτηση. Ο Τσίπρας επιχειρεί να ξαναμπεί στο κάδρο όχι ως πρώην, αλλά ως «ξανά». Η Καρυστιανού επιχειρεί να μετατρέψει το τραύμα, την οργή και την απαίτηση για δικαιοσύνη σε οργανωμένη πολιτική πρόταση. Το πρώτο έχει το πρόβλημα της μνήμης. Το δεύτερο έχει το πρόβλημα της μετάφρασης: πώς μετατρέπεις το ηθικό δίκιο σε κυβερνητικό σχέδιο χωρίς να το κάνεις φυλλάδιο οργής με λογότυπο;
Ο Αλέξης Τσίπρας γνωρίζει το παιχνίδι. Το έχει κερδίσει, το έχει χάσει, το έχει ξαναπαίξει και τώρα επιστρέφει στο γήπεδο με τη φιλοδοξία του ανθρώπου που πιστεύει ότι η Ιστορία τού χρωστάει παράταση. Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν η κοινωνία του χρωστάει επανεξέταση. Διότι άλλο πράγμα η πολιτική εμπειρία και άλλο η πολιτική άφεση. Ο Τσίπρας μπορεί να μιλήσει για κοινωνική δικαιοσύνη με άνεση. Μπορεί να καταγγείλει τη ΝΔ με ευκολία. Μπορεί να συγκινήσει ένα ακροατήριο που αναζητά ξανά κάτι αριστερό, πατριωτικό, λαϊκό και ευρωπαϊκό μαζί, δηλαδή το πολιτικό αντίστοιχο του «όλα σε ένα και σε τιμή ευκαιρίας». Όμως το μεγάλο του βάρος είναι ότι δεν έρχεται από το μέλλον. Έρχεται από ένα παρελθόν που δεν έχει ακόμη εξηγήσει πλήρως τον εαυτό του.
Η Μαρία Καρυστιανού, από την άλλη, μπαίνει στην πολιτική από διαφορετική πόρτα. Όχι από τον κομματικό σωλήνα, αλλά από την κοινωνική πληγή. Αυτό της δίνει αυθεντικότητα, αλλά και τεράστια ευθύνη. Διότι η πολιτική δεν είναι μόνο να έχεις δίκιο. Είναι να μπορείς να το οργανώσεις. Να το κοστολογήσεις. Να το εφαρμόσεις. Να το προστατεύσεις από τους πρόθυμους αυλικούς, τους επαγγελματίες αγανακτισμένους και τους συνήθεις περιφερόμενους σωτήρες, που στην Ελλάδα μυρίζονται νέο κόμμα όπως οι γάτες μυρίζονται ψαροταβέρνα.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Περιμέναμε να δούμε αν τα νέα σχήματα θα ανοίξουν νέο δρόμο ή αν θα στριμωχτούν στον παλιό. Από τον Τσίπρα περιμέναμε αυτοκριτική, όχι μόνο επανεκκίνηση. Από την Καρυστιανού περιμέναμε πρόγραμμα, όχι μόνο ηθικό ύψος. Και από τους δύο περιμέναμε κάτι που να ξεπερνά τη γνωστή ελληνική συνταγή: λίγη πατρίδα, λίγη δημοκρατία, λίγη αξιοπρέπεια, λίγη δικαιοσύνη, ανακάτεμα καλά, σερβίρεται με φόντο σημαία και χειροκρότημα.
Γίναμε λοιπόν σοφότεροι; Ναι, αλλά όχι όπως θα ήθελαν οι ιδρυτές των νέων κομμάτων. Γίναμε σοφότεροι γιατί καταλάβαμε ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει πάψει να ψάχνει διέξοδο. Δεν είναι αδιάφορη. Είναι κουρασμένη. Δεν είναι απολίτικη. Είναι καμένη από την πολιτική όπως καίγεται κανείς από κακή ηλεκτρική κουβέρτα: θέλει ζεστασιά, αλλά φοβάται τη φωτιά.
Το διδακτικό συμπέρασμα είναι απλό και λίγο δυσάρεστο, όπως όλα τα χρήσιμα συμπεράσματα. Κανένα νέο κόμμα δεν είναι νέο επειδή το γράφει στην πρόσκληση. Νέο είναι όταν αλλάζει τη σχέση του με την αλήθεια, τη διαχείριση, την ευθύνη και την εξουσία. Νέο είναι όταν δεν ζητά απλώς να το πιστέψουμε, αλλά αντέχει να το ελέγξουμε. Νέο είναι όταν δεν βαφτίζει την προσωπική διαδρομή «κίνημα» και την κοινωνική οργή «πρόγραμμα».
Αν λοιπόν κάτι μάθαμε, είναι αυτό: η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη κομμάτων. Πάσχει από έλλειψη πολιτικής ενηλικίωσης. Και μέχρι να τη βρει, θα χειροκροτεί κάθε νέα αρχή με την παλιά, βαθιά, σχεδόν τρυφερή της καχυποψία.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Karfitsa στις 30/5/2026



