Τα όνειρα, ο έρωτας, η μάχη για την επιβίωση και οι δύσκολες συνθήκες, οι οποίες αναγκάζουν μια παρέα νέων καλλιτεχνών που ζει σε μια σοφίτα στο Παρίσι να μεγαλώσει βίαια, με τη νοσταλγία της νιότης να περιρρέει στην ατμόσφαιρα. Αυτά είναι τα ζητήματα τα οποία αγγίζει η όπερα «Μποέμ», του Τζάκομο Πουτσίνι, μια από τις δημοφιλέστερες όπερες του κόσμου που ανεβαίνει στο Φεστιβάλ Επταπυργίου, σε σκηνοθεσία του Αθανάσιου Κολαλά και παραγωγή του Κέντρου Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Η όπερα επανέρχεται στη Θεσσαλονίκη μέσα από το Φεστιβάλ Επταπυργίου και λίγο πριν την πρεμιέρα, οι συντελεστές της «Μποέμ» μιλούν στην Karfitsa.
Συνέντευξη: Ελίνα Τουκουσμπαλίδου
Αθανάσιος Κολαλάς: Θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό η Θεσσαλονίκη να έχει σταθερή παρουσία όπερας στην πολιτιστική της ζωή
Το Φεστιβάλ Επταπυργίου δίνει και φέτος τη δυνατότητα στο κοινό της Θεσσαλονίκης που αγαπάει την όπερα να δει ένα εμβληματικό έργο. Αυτή τη φορά την όπερα «Μποέμ» του Τζάκομο Πουτσίνι. Πώς προσεγγίσατε εσείς το έργο;
Η «Μποέμ» είναι για μένα ένα από τα πιο ρομαντικά και γλυκά έργα που γράφτηκαν ποτέ για το λυρικό θέατρο. Πίσω από την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα, κρύβεται η αγωνία μιας ολόκληρης γενιάς νέων ανθρώπων που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο, να επιβιώσουν, να δημιουργήσουν, να αγαπήσουν και να ονειρευτούν. Αυτό ήταν το στοιχείο που με συγκίνησε περισσότερο και αποτέλεσε την αφετηρία της σκηνοθετικής μου προσέγγισης.

Δεν με ενδιέφερε να παρουσιάσω τη «Μποέμ» ως ένα έργο εποχής, εγκλωβισμένο στο Παρίσι του 19ου αιώνα. Ήθελα να αναδείξω τη βαθιά σύγχρονη διάστασή της. Γι’ αυτό και μεταφέραμε τη δράση σχεδόν στο σήμερα. Οι ήρωες του Πουτσίνι είναι οι νέοι που συναντάμε καθημερινά γύρω μας. Άνθρωποι που παλεύουν με την οικονομική ανασφάλεια, που μοιράζονται μικρά διαμερίσματα, που κυνηγούν τα όνειρά τους μέσα σε έναν κόσμο αβέβαιο και συχνά σκληρό. Η ουσία της ιστορίας παραμένει ακριβώς η ίδια.
Για μένα η «Μποέμ» είναι πρωτίστως μια ωδή στη νεότητα. Σε εκείνη την ηλικία που όλα μοιάζουν δυνατά και εύθραυστα ταυτόχρονα. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να συγκινεί το κοινό σε όλο τον κόσμο περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη δημιουργία της.
Πιστεύω ότι πέρα από το κοινό που αγαπούσε ήδη την όπερα, η δική σας συνεισφορά οδήγησε και νέους θεατές της Θεσσαλονίκης να έρθουν σε επαφή με αυτό το είδος. Εσείς το εκλαμβάνετε αυτό; Και θεωρείτε σημαντικό να έχει η Θεσσαλονίκη παραστάσεις όπερας;
Το αντιλαμβάνομαι και είναι ίσως η μεγαλύτερη ικανοποίηση που μπορεί να νιώσει ένας καλλιτέχνης. Τα τελευταία χρόνια συναντώ συχνά ανθρώπους που μου λένε ότι η πρώτη όπερα που παρακολούθησαν ήταν σε κάποια παραγωγή του Φεστιβάλ Επταπυργίου. Και αυτό είναι κάτι που με συγκινεί ιδιαίτερα.
Υπάρχει μια λανθασμένη αντίληψη ότι η όπερα είναι ένα είδος κλειστό ή δυσπρόσιτο. Η αλήθεια είναι πως η όπερα μιλά για τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα συναισθήματα: Τον έρωτα, τη φιλία, την απώλεια, τη χαρά, τον φόβο, την ελπίδα. Αυτό που χρειάζεται είναι να δημιουργήσεις τις συνθήκες ώστε το κοινό να την προσεγγίσει χωρίς φόβο.
Θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό η Θεσσαλονίκη να έχει σταθερή παρουσία όπερας στην πολιτιστική της ζωή. Είναι μια πόλη με τεράστιο καλλιτεχνικό δυναμικό, με εξαιρετικούς μουσικούς, λυρικούς τραγουδιστές και νέους δημιουργούς. Η όπερα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ένα ζωντανό και σύγχρονο είδος τέχνης που μπορεί να εμπνεύσει, να εκπαιδεύσει και να συγκινήσει τις νέες γενιές. Αν θέλουμε να καλλιεργήσουμε ένα νέο κοινό, πρέπει να του δώσουμε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το λυρικό θέατρο μέσα από ποιοτικές και σύγχρονες παραγωγές.
Βγαίνοντας το κοινό από την παράσταση τι συναισθήματα θα θέλατε να έχει;
Θα ήθελα, πάνω απ’ όλα, να έχει συγκινηθεί αληθινά. Όχι μόνο από το τέλος της ιστορίας, αλλά από ολόκληρη τη διαδρομή των ηρώων. Να έχει γελάσει μαζί τους, να έχει ερωτευτεί μαζί τους, να έχει αναγνωρίσει μέσα τους κάτι από τον εαυτό του.
Η «Μποέμ» δεν είναι μια όπερα για τον θάνατο. Είναι μια όπερα για τη ζωή. Για το πόσο πολύτιμες είναι οι μικρές στιγμές που συχνά θεωρούμε δεδομένες. Για τις φιλίες που μας κρατούν όρθιους, για τους ανθρώπους που αγαπάμε, για τα όνειρα που επιμένουμε να κυνηγάμε ακόμη και όταν όλα μοιάζουν δύσκολα. Αν το κοινό φύγει από το Επταπύργιο έχοντας την ανάγκη να αγκαλιάσει λίγο πιο σφιχτά τους ανθρώπους που αγαπά, να θυμηθεί τη δική του νεότητα ή να αναλογιστεί πόσο εύθραυστη και πολύτιμη είναι η ζωή, τότε θα αισθανθώ πως η παράσταση πέτυχε τον σκοπό της.

Γιατί τελικά αυτό είναι το μεγάλο θαύμα του Πουτσίνι: Μας υπενθυμίζει ότι μέσα σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο σκληρός, η ευαισθησία, η τρυφερότητα και η αγάπη παραμένουν πράξεις βαθιά ανθρώπινες και απολύτως αναγκαίες.
Άννα Στυλιανάκη (Mimi): Για εμένα είναι πολύ σημαντικό να καταφέρω να δείξω την αλήθεια του χαρακτήρα
Θα ήθελα να μου μιλήσετε για το ρόλο σας. Τι άνθρωπος είναι η Mimi;
Η Μιμή για εμένα είναι ένας από τους πιο ανθρώπινους και συγκινητικούς χαρακτήρες της όπερας. Δεν είναι μια ηρωίδα με την παραδοσιακή έννοια. Η δύναμή της βρίσκεται στην απλότητα και την αλήθεια της.
Όπως λέει και στην άριά της, είναι μια νέα γυναίκα που ζει μόνη, κεντά ψεύτικα λουλούδια για να μπορέσει να ζήσει και αγαπά τα μικρά καθημερινά πράγματα της ζωής, όπως είναι ο ήλιος, η άνοιξη και το άρωμα των λουλουδιών.

Είναι εύθραυστη, αλλά όχι αδύναμη, ρομαντική, αλλά όχι αφελής, ερωτεύεται και αγαπά χωρίς εγωισμό και διατηρεί την ανθρωπιά και την αξιοπρέπειά της μέχρι την τελευταία της πνοή. Στην προσέγγισή μου στο ρόλο για εμένα είναι πολύ σημαντικό, εκτός από τις φωνητικές του απαιτήσεις, να καταφέρω με την ερμηνεία μου να δείξω την αλήθεια του χαρακτήρα.
Ως ρόλος η Μιμή, διαγράφει μια ολόκληρη ανθρώπινη διαδρομή μέσα σε τέσσερις πράξεις. Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι ότι δεν είναι μια ηρωίδα μεγαλύτερη από τη ζωή. Είναι ένας άνθρωπος σαν όλους εμάς. Φοβάται, ελπίζει, αγαπά και υποφέρει. Ίσως γι’ αυτό κάθε φορά που την ερμηνεύω ανακαλύπτω και μια διαφορετική πτυχή της και του ίδιου μου του εαυτού.
Μαρία Κωστράκη (Musetta): Τα πάθη μπορούν να έχουν τόσο θετικό όσο και αρνητικό πρόσημο
Ο ρόλος σας αφορά μια γοητευτική γυναίκα με πάθος. Θεωρείτε ότι το πάθος πρέπει να ξεφεύγει από τον έρωτα και να γίνεται τρόπος ζωής; Τι μας διδάσκει πιστεύετε η Musetta;
Νομίζω ότι η έννοια του πάθους είναι πολύ ευρύτερη απ’ όσο συνήθως πιστεύουμε. Τα πάθη μπορούν να έχουν τόσο θετικό όσο και αρνητικό πρόσημο. Στην περίπτωση της Musetta, φαινομενικά βλέπουμε μια γυναίκα που ζει και κινείται αποκλειστικά μέσα από το πάθος. Αν όμως την παρατηρήσουμε πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσουμε ότι συχνά δεν αφήνεται πραγματικά σε αυτό. Παρότι αγαπά τον Marcello, πολλές φορές επιλέγει την οικονομική ασφάλεια, την κοινωνική επιβεβαίωση ή τη ματαιοδοξία της αντί να ακολουθήσει την καρδιά της. Με αυτή την έννοια, το πάθος της στην αρχή είναι μάλλον μια εικόνα που παρουσιάζει προς τα έξω παρά μια βαθιά εσωτερική αλήθεια.

Αυτό που θεωρώ συγκινητικό είναι ότι στο τέλος της όπερας η Musetta φανερώνει ένα πάθος, όχι με τον επιφανειακό τρόπο που βλέπουμε στην αρχή, αλλά με έναν βαθύτερο και πιο αληθινό τρόπο. Γίνεται παθιασμένη με τη ζωή, με τους ανθρώπους που αγαπά, με ό,τι έχει ουσιαστική αξία. Μέσα από τα λάθη, τις αντιφάσεις και τη ματαιοδοξία της καταφέρνει να φτάσει σε μια πιο αυθεντική εκδοχή του εαυτού της. Η πορεία της είναι η μετάβαση από το πάθος ως επίδειξη στο πάθος ως αλήθεια. Και για εμένα αυτό είναι και το ουσιαστικό μήνυμα του ρόλου.
Πληροφορίες
Η όπερα ανεβαίνει στις 17, 23, 25, 29 Ιουνίου και 1 Ιουλίου στο Φεστιβάλ Επταπυργίου.
Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης
Μουσική διεύθυνση: Γιώργος Βράνος
Σκηνοθεσία-σκηνικά: Αθανάσιος Κολαλάς
Κοστούμια: Πένη Ντάνη
Φωτισμοί: Σαράντος Ζουρντός
Μουσική Προετοιμασία: Δημήτρης Νέπκας, Κωνσταντίνος Κατσούλης
Βοηθός ενδυματολόγου: Κυβέλη Λυμπέρη Χατζώκου
Βοηθός μαέστρου: RuiJun Ma
Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης
Διεύθυνση: Μαίρη Κωνσταντινίδου
Χορωδία Τ.Μ.Ε.Τ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Διεύθυνση: Μαρία Μελιγκοπούλου
Παιδική Χορωδία Ι.Ν.Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου
Διεύθυνση: Ελπίδα Τσάμη
Rodolfo: Dario Di Vietri
Mimi: Άννα Στυλιανάκη
Marcello: Gangsoon Kim
Musetta: Μαρία Κωστράκη
Schaunard: Danilo Paludi
Colline: Davide Procaccini
Alcindoro: Armando Puklavec
Benoît: θα ανακοινωθεί
Parpignol: Φοίβος Κατσάλης Μαρκέτος
Τελωνιακός: Χρήστος Δημητρούδης.




