Η ελληνική κοινωνική πολιτική διαθέτει πλέον μια δική της, ξεχωριστή σχολή σκέψης: κάνει ένα βήμα προς τον πολίτη, αλλά φροντίζει προηγουμένως να του δέσει τα κορδόνια μεταξύ τους.
Του Δημήτρη Δραγώγια
Η αύξηση του ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ είναι αναμφίβολα θετική. Ήταν αναγκαία, άργησε πολύ και ανταποκρίνεται, έστω μερικώς, στην πραγματικότητα μιας χώρας όπου τα 1.250 ευρώ δεν αποτελούν πια δίχτυ ασφαλείας, αλλά έναν μήνα με ενοίκιο, λογαριασμούς και αρκετή δημιουργική λογιστική στο σουπερμάρκετ.
Μόνο που η προστασία ισχύει όταν τα χρήματα φτάσουν στον δηλωμένο τραπεζικό λογαριασμό. Πριν φτάσουν εκεί, η Πολιτεία εμφανίζεται αισθητά λιγότερο προστατευτική.
Για τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτων – δηλαδή στον εργοδότη ή στον ασφαλιστικό φορέα, πριν καταβληθεί ο μισθός ή η σύνταξη – το απολύτως ακατάσχετο εξακολουθεί να παραμένει στα 1.000 ευρώ. Από τα 1.000 έως τα 1.500 ευρώ κατάσχεται το μισό υπερβάλλον ποσό, ενώ πάνω από τα 1.500 ευρώ κατάσχεται ολόκληρη η επιπλέον διαφορά. Η νέα νομοθεσία άλλαξε την παράγραφο για τις τραπεζικές καταθέσεις, αλλά άφησε ανέγγιχτη εκείνη που αφορά την ίδια την απαίτηση από μισθό ή σύνταξη.
Έτσι, ένας συνταξιούχος με σύνταξη 1.300 ευρώ μπορεί να δει τα 150 ευρώ να κατάσχονται πριν καν πιστωθούν στον λογαριασμό του και να λάβει τελικά 1.150. Εκείνος που δικαιούται 1.700 ευρώ θα καταλήξει με 1.250. Το κράτος, δηλαδή, αναγνωρίζει ότι χρειάζονται 1.600 ευρώ για ένα στοιχειώδες επίπεδο προστασίας, αλλά προηγουμένως επιτρέπει να φτάσουν στην τράπεζα μόλις 1.250.
Νομοτεχνικά πρόκειται για δύο διαφορετικά στάδια. Κοινωνικά, όμως, πρόκειται για το ίδιο ψυγείο, τον ίδιο λογαριασμό ρεύματος και το ίδιο ενοίκιο. Ο νόμος μπορεί να διακρίνει με άνεση την «απαίτηση» από την «κατάθεση». Ο πολίτης διακρίνει μόνο τι μπήκε τελικά στην τσέπη του.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία των μισών μέτρων. Δεν αρκεί να ανεβάζεις έναν αριθμό στον τίτλο μιας ρύθμισης, όταν αφήνεις αμετάβλητο τον μηχανισμό που μπορεί να ακυρώσει μεγάλο μέρος της προστασίας πριν αυτή ενεργοποιηθεί.
Η αύξηση του τραπεζικού ακατάσχετου έπρεπε να συνοδευτεί από αντίστοιχη αναπροσαρμογή του ακατάσχετου μισθών και συντάξεων. Ιδανικά, μάλιστα, τα όρια θα έπρεπε να συνδέονται αυτόματα με τον πληθωρισμό ή τον κατώτατο μισθό, ώστε να μη χρειάζεται κάθε δέκα χρόνια να ανακαλύπτουμε ότι στο μεταξύ ακρίβυναν τα πάντα.
Η ίδια λογική της μισής κοινωνικής πολιτικής εμφανίζεται και στα τέλη κυκλοφορίας.
Η Ελλάδα διαθέτει τον γηραιότερο στόλο επιβατικών αυτοκινήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με μέση ηλικία 17,8 έτη, έναντι 12,7 ετών στην Ε.Ε. Αυτό δεν συνέβη επειδή οι Έλληνες ανέπτυξαν ξαφνικά συλλεκτικό πάθος για τα μοντέλα του 2008. Συνέβη επειδή ένα πολύ μεγάλο μέρος των νοικοκυριών δεν μπορεί να αγοράσει καινούργιο ή έστω νεότερο αυτοκίνητο.
Κι όμως, για τα Ι.Χ. που ταξινομήθηκαν έως τις 31 Οκτωβρίου 2010, τα τέλη εξακολουθούν να υπολογίζονται κυρίως με βάση τον κυβισμό και όχι τη σημερινή εμπορική αξία τους. Ένα αυτοκίνητο 1.929 έως 2.357 κυβικών, ηλικίας δεκαπέντε ή είκοσι ετών, μπορεί να επιβαρύνεται με 615 έως 690 ευρώ ετησίως. Έπειτα από δύο ή τρία χρόνια, ο ιδιοκτήτης του ενδέχεται να έχει πληρώσει σε τέλη ποσό αντίστοιχο με την αξία ολόκληρου του οχήματος.
Η Εφορία, με άλλα λόγια, δεν βλέπει ένα κουρασμένο εικοσάχρονο αυτοκίνητο που αλλάζει ιδιοκτήτη για λίγες εκατοντάδες ή λίγες χιλιάδες ευρώ. Βλέπει ακόμη τα κυβικά του, όπως ήταν την ημέρα που βγήκε από την αντιπροσωπεία – νέο, γυαλισμένο και με το CD player στον βασικό εξοπλισμό.
Βεβαίως, τα παλαιά οχήματα ρυπαίνουν περισσότερο και η ανανέωση του στόλου είναι ζήτημα περιβαλλοντικής πολιτικής και οδικής ασφάλειας. Δεν μπορείς, όμως, να ζητάς από τον οικονομικά ασθενέστερο να εγκαταλείψει το παλιό του αυτοκίνητο, χωρίς να του δίνεις πραγματική δυνατότητα να αποκτήσει άλλο. Τα αντικίνητρα χωρίς κίνητρα δεν είναι πράσινη μετάβαση αλλά φορολόγηση της αδυναμίας.
Χρειάζεται ένα σοβαρό πρόγραμμα απόσυρσης, με γενναία επιδότηση που να καλύπτει ουσιαστικό μέρος της αγοράς ενός οικονομικού, χαμηλών ρύπων οχήματος – ακόμη και 25% ή 30%, με πλαφόν, εισοδηματικά κριτήρια και προτεραιότητα στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Παράλληλα, τα τέλη πρέπει να επανεξεταστούν ώστε να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο τα κυβικά μιας άλλης εποχής, αλλά την πραγματική αξία, τη χρήση και τις εκπομπές του οχήματος.
Η κοινωνική πολιτική δεν κρίνεται από το πόσο εντυπωσιακός είναι ο αριθμός που ανακοινώνεται. Κρίνεται από το πόσα χρήματα μένουν τελικά στον πολίτη, από το εάν μπορεί να πληρώσει το ρεύμα του και από το εάν έχει τη δυνατότητα να αλλάξει ένα παλιό, ρυπογόνο αυτοκίνητο χωρίς να υποθηκεύσει τα επόμενα χρόνια της ζωής του.
Διότι ένα μέτρο που ανακουφίζει μόνο μέχρι να εφαρμοστούν οι εξαιρέσεις του δεν είναι πλήρης ανάσα. Είναι βαθιά εισπνοή για τη φωτογραφία – και εκπνοή μόλις σβήσουν οι κάμερες.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA



