Αντιδράσεις προκάλεσε η τοποθέτηση του Μουσταφά Τράμπα, ο οποίος παρουσιάστηκε ως «εκλεγμένος μουφτής Ξάνθης» και πρόεδρος της αυτοαποκαλούμενης «Συμβουλευτικής Επιτροπής Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης», στη διεθνή διάσκεψη του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΝΗΣ
Από το ίδιο βήμα, ο εκπρόσωπος του Πολιτιστικού Συλλόγου Πομάκων Ξάνθης, Βενιαμίν Κόντε, αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι ο Τράμπα εκπροσωπεί το σύνολο της μουσουλμανικής μειονότητας και κατήγγειλε μεθόδους «τουρκοποίησης μέσω της θρησκείας». Μιλώντας στην «Κ», αναφέρεται σε πιέσεις και εκφοβισμούς από μηχανισμούς που, όπως υποστηρίζει, επιδιώκουν να επιβάλουν τουρκική εθνική ταυτότητα στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης.
Η τοποθέτηση του Μουσταφά Τράμπα
Στη διάσκεψη, που πραγματοποιήθηκε τις προηγούμενες ημέρες στη Βαρσοβία, ο Μουσταφά Τράμπα εμφανίστηκε, μέσω της διερμηνέως του, ως μέλος της «Ένωσης Θρησκευτικών Λειτουργών των Τζαμιών της Ξάνθης».
Παρουσιάστηκε επίσης ως εκπρόσωπος της «τουρκικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης», με την ιδιότητα του προέδρου της αντίστοιχης «Συμβουλευτικής Επιτροπής», αλλά και ως «εκλεγμένος μουφτής Ξάνθης».

Στην παρέμβασή του υποστήριξε ότι «η τουρκική μειονότητα της Δυτικής Θράκης συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένων των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των περιορισμών στη θρησκευτική ελευθερία». Ισχυρίστηκε ακόμη ότι «η Ελλάδα επιβάλλει θρησκευτικούς ηγέτες στην κοινότητά μας παρά τη θέληση της τουρκικής μειονότητας και χωρίς τη συγκατάθεσή της».
Συνεχίζοντας, ανέφερε πως «αυτή η κατάσταση όχι μόνο υπονομεύει την ελευθερία της τουρκικής μειονότητας να επιλέγει τους δικούς της θρησκευτικούς ηγέτες, αλλά δημιουργεί επίσης ένα πρόσθετο μέσο πίεσης στη μειονότητα».
Ο Τράμπα υποστήριξε επίσης ότι στοχοποιείται για τη δράση του, σημειώνοντας πως «οι θρησκευτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις που διοργανώνουμε, ακόμη και οι συλλογικές μας λατρευτικές πράξεις, υποβάλλονται κατ’ επανάληψη σε δημόσια κριτική, στιγματισμό και στοχοποίηση από ορισμένα τμήματα των τοπικών ελληνικών μέσων ενημέρωσης και πολιτικών κύκλων».
Η απάντηση από το ίδιο βήμα
Στους ισχυρισμούς του απάντησε ο Βενιαμίν Κόντε, εκπρόσωπος του Πολιτιστικού Συλλόγου Πομάκων Ξάνθης, καταγγέλλοντας προσπάθειες επιβολής τουρκικής εθνικής ταυτότητας στις διαφορετικές ομάδες της μειονότητας.
«Θέλω να μιλήσω για τον φόβο και την πίεση που, σύμφωνα με τις προσωπικές μας εμπειρίες, προέρχονται από αδιαφανή κέντρα μέσα στη μειονότητα. Προσπαθούν να επιβάλουν μια τουρκική εθνική ταυτότητα στις άλλες ομάδες», τόνισε.

Πρόσθεσε ότι «κάνοντας κατάχρηση των θρησκευτικών ελευθεριών που εγγυάται το ελληνικό κράτος, ανεπίσημες θρησκευτικές ομάδες οργανώνουν παράνομα θρησκευτικά μαθήματα, τα οποία, σύμφωνα με τις εμπειρίες μας, καλλιεργούν τον φόβο και τον εξτρεμισμό στα παιδιά».
Αναφερόμενος στον Τράμπα, επισήμανε: «Δεν είναι ο δικός μας μουφτής. Δεν είναι ο μουφτής της μουσουλμανικής μειονότητας της ελληνικής Θράκης. Δεν αναγνωρίζεται από το κράτος και δεν έχει επιλεγεί με νόμιμο τρόπο». Όπως υποστήριξε, η ανάδειξή του προήλθε από «ανεπίσημες εκλογές για την ανάδειξη μουφτήδων».
Ο κ. Κόντε κατήγγειλε επίσης ότι «οι άνθρωποι που αρνούνται να αποδεχτούν αυτούς τους ανεπίσημους θρησκευτικούς ηγέτες μπορεί να αντιμετωπίσουν πιέσεις, κριτική και κοινωνικό αποκλεισμό».
«Θέλουμε τα παιδιά μας να έχουν το δικαίωμα να μαθαίνουν ελληνικά και πομακικά, τη μητρική μας γλώσσα», ανέφερε από το βήμα της διάσκεψης.
Οι καταγγελίες στην «Κ»
Μιλώντας στην «Κ», ο κ. Κόντε αναπτύσσει τις καταγγελίες του για τη δράση των συγκεκριμένων μηχανισμών. Όπως υποστηρίζει, «προσπαθούν να επιβάλουν την τουρκική εθνική ταυτότητα και την τουρκική εθνική συνείδηση με τη θρησκεία, το μεγαλύτερο όπλο που διαθέτουν».
Η δράση τους, σύμφωνα με τον ίδιο, εντοπίζεται κυρίως σε χωριά, όπου καταγγέλλει ότι πραγματοποιούνται παράνομα θρησκευτικά μαθήματα. Υποστηρίζει ότι στα παιδιά διδάσκεται η τουρκική γλώσσα αντί για τα ελληνικά και τα πομακικά και ότι, μέσω της θρησκείας, επιχειρείται η «τουρκοποίηση» νέων Πομάκων και Ρομά.
Χαρακτηρίζει «θρασύτατο» τον Τράμπα, επειδή εμφανίστηκε σε μια διεθνή διάσκεψη ως «αυτόκλητος προστάτης» της μουσουλμανικής μειονότητας, και αμφισβητεί την αντιπροσωπευτικότητά του. «Υπάρχουν τρεις μουφτήδες που είναι αναγνωρισμένοι από τη μειονότητα και το κράτος και αυτοί τελούν όλες τις θρησκευτικές τελετές», αναφέρει.
Παράλληλα, καταγγέλλει περιστατικά εκφοβισμού σε βάρος μελών του συλλόγου και της οικογένειάς του.
«Όταν ιδρύσαμε τον Πολιτιστικό Σύλλογο Πομάκων Ξάνθης, είχαν τοιχοκολληθεί τα ονόματα των μελών μας στα τζαμιά, εν είδει εκφοβισμού, για να ξέρουν όλοι ποιοι είναι στον σύλλογό μας και ποιοι όχι», λέει.
Για τον παππού του αναφέρει: «Όταν η μητέρα μου βγήκε ανοιχτά και είπε το αυτονόητο, ότι είναι Πομάκα, τον είχαν διώξει από το τζαμί και δεν μπορούσε να ασκήσει το θρησκευτικό του δικαίωμα».
Παρά τις εμπειρίες αυτές, βλέπει με αισιοδοξία το μέλλον. «Η νέα γενιά της μειονότητας έχει συνειδητοποιήσει πως δεν έχουμε να χωρίσουμε κάτι μεταξύ μας. Έχουμε αρχίσει να συσπειρωνόμαστε, να εκφραζόμαστε και να διεκδικούμε. Σε ένα πράγμα συμφωνούμε όλοι απόλυτα: δεν έχουμε ανάγκη από αυτόκλητους προστάτες», καταλήγει.



