Το νέο ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης αποκαλύπτει χρηματοδοτικό κενό 355,7 εκατ. ευρώ στον άξονα Αλεξανδρούπολης–Ορμενίου – Χωρίς εξασφαλισμένα κονδύλια η δεύτερη φάση των σιδηροδρομικών συστημάτων, ενώ επιτακτική χαρακτηρίζεται η αναβάθμιση του Αρδάνιο–Ορμένιο για τη στρατιωτική κινητικότητα
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΡΑΓΩΓΙΑΣ
Ο Έβρος αποκτά κεντρική θέση στον νέο χάρτη των ευρωπαϊκών μεταφορών. Από το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης μέχρι το Ορμένιο, οι σιδηροδρομικές και οδικές υποδομές της περιοχής εντάσσονται στον στρατηγικό σχεδιασμό που θα συνδέει το Αιγαίο με τον Δούναβη, τη Μαύρη Θάλασσα και, βορειότερα, τη Μολδαβία και την Ουκρανία.
Υπάρχει, όμως, μια καθοριστική εκκρεμότητα: από τα 901,2 εκατ. ευρώ που εκτιμάται ότι απαιτούνται για τα τρία σιδηροδρομικά σκέλη του ελληνικού τμήματος, περίπου 355,7 εκατ. παραμένουν χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση.

Το στοιχείο προκύπτει από το πλήρες, 28σέλιδο Σχέδιο Δράσης Ελλάδας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας, που παρουσιάστηκε στις Βρυξέλλες στις 9 Οκτωβρίου, παρουσία του Ευρωπαίου επιτρόπου Μεταφορών Απόστολου Τζιτζικώστα.
Το έγγραφο, και συγκεκριμένα το αναλυτικό του παράρτημα, αποτυπώνει για πρώτη φορά συγκεντρωτικά το κόστος, τους διαθέσιμους πόρους και τα χρηματοδοτικά κενά των έργων του νέου διαδρόμου.
Τα 355 εκατομμύρια που λείπουν
Στο τμήμα Αλεξανδρούπολη–Πύθιο, το εκτιμώμενο κόστος ανέρχεται σε 400,9 εκατ. ευρώ, με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση 325,9 εκατ. μέσω του ευρωπαϊκού μηχανισμού Connecting Europe Facility. Απομένουν περίπου 75 εκατ. ευρώ, που προβλέπεται να καλυφθούν από εθνικούς πόρους.
Για το Πύθιο–Ορμένιο, ο προϋπολογισμός υπολογίζεται σε 270,3 εκατ. ευρώ, με εξασφαλισμένα 219,6 εκατ. και υπόλοιπο περίπου 50,7 εκατ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό κενό εντοπίζεται στην τρίτη παρέμβαση, που αφορά τα συστήματα σηματοδότησης και ηλεκτροκίνησης στον άξονα Αλεξανδρούπολη–Πύθιο–Ορμένιο.
Το κόστος υπολογίζεται σε 230 εκατ. ευρώ, χωρίς μέχρι στιγμής εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό πίνακα.


Ο στόχος του 2030 και οι εκκρεμότητες
Το παράρτημα τοποθετεί την ολοκλήρωση των δύο πρώτων σιδηροδρομικών τμημάτων στον Δεκέμβριο του 2030, ενώ για τη δεύτερη φάση των συστημάτων προβλέπεται ο Δεκέμβριος του 2032.
Στο κυρίως κείμενο, ωστόσο, διατυπώνεται η επιδίωξη να προχωρήσουν τα διασυνοριακά τμήματα έως το 2029 και να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση της δεύτερης φάσης έως το 2030.
Η διαφορά ανάμεσα στους πολιτικούς στόχους και στα επιμέρους χρονοδιαγράμματα δείχνει ότι ο συντονισμός των τριών χωρών θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για την εξέλιξη των έργων.
Δεν πρόκειται, άλλωστε, για μια μεμονωμένη ελληνική σιδηροδρομική αναβάθμιση. Ο σχεδιασμός προβλέπει συνέχεια προς το Σβίλενγκραντ της Βουλγαρίας, τη Στάρα Ζαγόρα και το Ρούσε, με σύνδεση στη Ρουμανία και στα δίκτυα που οδηγούν προς την Ανατολική Ευρώπη.
Το λιμάνι και ο δρόμος του Έβρου
Η στρατηγική σημασία της Αλεξανδρούπολης δεν περιορίζεται στις σιδηροδρομικές γραμμές.
Στον ευρωπαϊκό κατάλογο περιλαμβάνεται και η σχεδιαζόμενη σιδηροδρομική παράκαμψη της πόλης, μήκους περίπου επτά χιλιομέτρων, με σκοπό τη βελτίωση της χάραξης και της σύνδεσης με το λιμάνι.
Για τις μελέτες προβλέπεται δαπάνη 1,5 εκατ. ευρώ, χωρίς ακόμη εξασφαλισμένη χρηματοδότηση. Πρόκειται για το κόστος της μελετητικής προετοιμασίας και όχι της κατασκευής.
Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά ο οδικός άξονας Αρδάνιο–Ορμένιο.
Το Σχέδιο Δράσης χαρακτηρίζει επιτακτική τη συνολική αναβάθμισή του, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ασφαλής και απρόσκοπτη διασυνοριακή μεταφορά βαρέος στρατιωτικού εξοπλισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.
Είναι μια σαφής αναγνώριση του ρόλου που καλείται να διαδραματίσει ο Έβρος όχι μόνο στις εμπορευματικές μεταφορές, αλλά και στις υποδομές διπλής χρήσης, πολιτικής και στρατιωτικής.
Ωστόσο, η αναγνώριση της ανάγκης δεν ισοδυναμεί με εγκεκριμένη χρηματοδότηση ή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.
Από τον ευρωπαϊκό χάρτη στην τοπική οικονομία
Για τον Έβρο, το διακύβευμα είναι ευρύτερο από μια διεθνή συμφωνία μεταφορών.
Η λειτουργική σύνδεση του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης με τα βαλκανικά σιδηροδρομικά δίκτυα μπορεί να ενισχύσει τη διακίνηση εμπορευμάτων, τις υπηρεσίες αποθήκευσης και μεταφορών και τη δυνατότητα προσέλκυσης νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Για τις περιοχές του Πυθίου, του Διδυμοτείχου και της Ορεστιάδας, η αναβάθμιση του δικτύου δημιουργεί προοπτικές καλύτερης συνδεσιμότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν ήδη εξασφαλιστεί νέες εμπορευματικές υπηρεσίες ή συγκεκριμένες επενδύσεις.
Το ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης, επομένως, αποτελεί σημαντικό βήμα. Κατονομάζει έργα, αποτυπώνει κόστος και θέτει χρονοδιαγράμματα. Δεν λύνει, όμως, αυτομάτως τις χρηματοδοτικές εκκρεμότητες.
Ο Έβρος έχει αποκτήσει θέση στον στρατηγικό χάρτη της Ευρώπης. Το μεγάλο στοίχημα είναι τώρα να αποκτήσει και όλες τις υποδομές που προβλέπει ο χάρτης.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΡΦΙΤΣΑ



