Συνέντευξη στην Αγγελική Κριαρίδου
Για την συμμετοχή του στην παράσταση «Το τέλος του παιχνιδιού» με τον ρόλο του Χαμ, μίλησε στην Καρφίτσα ο ηθοποιός, Δημήτρης Καταλειφός. Ο ίδιος έκανε λόγο για ένα έργο που απεικονίζει με συμβολισμούς την κοινωνία ως προς τις δυσκολίες της ζωής και τον λυτρωτικό ρόλο του θανάτου, ενώ αναφέρθηκε και στον ρόλο του ο οποίος αποτελεί πρόκληση για τον ίδιο.
«Τετέλεσται»: Σε ποιο άλλο θεατρικό έργο, η πρώτη-πρώτη λέξη τού κειμένου ακυρώνει εξ’ αρχής την θεατρική Πράξη, την Πράξη της ζωής, επικυρώνοντας, παράλληλα, το motto τού Σάμουελ Μπέκετ πως «το τέλος βρίσκεται στην αρχή, και ωστόσο συνεχίζουμε»;
Βιώνοντας την απόγνωση της επίγνωσης, οι κωμικοτραγικοί, έγκλειστοι ήρωες του έργου, επιστρατεύουν τη δύναμη της ρουτίνας, τον διάλογο, το χιούμορ, τις μνήμες, και μια «μορφή απέραντου οίκτου», για να παρατείνουν την πορεία προς το αναπόφευκτο.
Και όταν τα «ατού» τους εξανεμίζονται ένα-ένα, και αρχίζει να επικρατεί η ανεξέλεγκτη κόπωση μαζί με τη φυσική φθορά σχέσεων, σώματος και νου, ξεσκαρτάρουν και τα τελευταία άχρηστα φύλλα, για να παραδοθούν, με τρόμο και αξιοπρέπεια, στο «γνωστό τέλος ενός παιχνιδιού, χαμένου προ πολλού», εκεί όπου δεν υπάρχει πλέον ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
Οι ελιγμοί και οι εναλλαγές ύφους και γλώσσας, ενορχηστρώνονται αριστοτεχνικά από την πένα-νυστέρι τού Σάμουελ Μπέκετ, ώστε το κείμενο να αποτελεί το σπουδαιότερο θεατρικό έργο του συγγραφέα, και ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας δραματουργίας.
Πώς αισθανθήκατε την πρώτη φορά που ενσαρκώσατε το ρόλο του Χαμ; Αντιμετωπίσατε κάποιες προκλήσεις;
Είναι ένας πολύ σύνθετος και δύσκολος ρόλος. Είναι ένας ρόλος στον οποίο ο Χαμ είναι καθηλωμένος σε μια καρέκλα, σε μια πολυθρόνα και είναι τυφλός. Είναι τυφλός και ανάπηρος. Είναι μόνο με τη φωνή, αυτό που μπορείς να κάνεις. Δεν έχεις τη δυνατότητα ούτε να κινείσαι, ούτε να έχεις το βλέμμα σου. Όλα αυτά είναι καταργημένα από τον Μπέκετ. Είναι μια πρόκληση, όλο αυτό το εμπόδιο, που είναι το σώμα και η έκφραση. Όλο αυτό πρέπει να το ξεχάσεις και να προσπαθήσεις μέσα από τη φωνή να διοχετεύσεις ό,τι μπορείς να διοχετεύσεις. Αυτό έχει μια πρόκληση γιατί είναι πολύ δύσκολο.
Το έργο γράφτηκε το 1957. Μπορεί να θεωρηθεί επίκαιρο και σήμερα;
Ναι, φυσικά, γιατί αυτό είναι το πολύ σημαντικό του Μπέκετ, ότι κατάφερε παρόλο που γράφει τόσο ελλειπτικά και αινιγματικά και δεν λέει όλα τα πράγματα. Τα έργα του έχουν πάντα ένα στοιχείο πολύ κλειστό γι’ αυτό είναι πολύ ανοιχτά σε ερμηνείες. Παρόλα αυτά είναι ένας συγγραφέας που με τον τρόπο που έγραψε κατέληξε να είναι κοντά στους αρχαίους τραγικούς, δηλαδή είναι σαν τραγωδίες τα έργα του, ή μάλλον σαν κωμικοτραγωδίες και αυτό οφείλεται στο ότι μιλάει για θέματα πέρα από μια εποχή. Είναι η ανθρώπινη κατάσταση γενικά μέσα στον χρόνο, γιατί το θέμα του έργου είναι ο χρόνος που μας φθείρει, που μας οδηγεί στο θάνατο, πως αντιμετωπίζουμε ένα πράγμα που δεν έχει κανένα νόημα όπως τη ζωή, αλλά ταυτόχρονα θέλουμε να ζήσουμε.
Ο Χαμ ήθελε να πεθάνει γιατί έβρισκε στον θάνατο μια λύτρωση. Παρόλα αυτά έβρισκε κουράγιο και συνέχιζε να ζει. Που έβρισκε το κουράγιο;
Ο Χαμ έχει μια φοβερή αντίφαση. Από τη μια επειδή είναι τυφλός, ανάπηρος και άρρωστος θέλει να πεθάνει για να γλυτώσει από τα βάσανα αυτής της ζωής και από την άλλη έχει μια επιθυμία να ζήσει γιατί φοβάται πάρα πολύ το να βρεθεί αντιμέτωπος με το θάνατο – όπως ο καθένας μας άλλωστε. Δηλαδή οι περισσότεροι άνθρωποι έχουμε αυτή την αντίφαση. Από τη μια όταν είσαι πολύ δυστυχισμένος θέλεις να γλυτώσεις από τα βάσανα αυτής της ζωής αλλά από την άλλη την ίδια ακριβώς στιγμή θέλεις να ζήσεις κι άλλο γιατί φοβάσαι πολύ το θάνατο. Αυτή την αντίφαση αντιπροσωπεύει κι εκφράζει ο Χαμ. Είναι αυτή η αντίφαση που γενικά υπάρχει στα έργα του Μπέκετ και αυτό το περίφημο μότο ότι «Δεν μπορώ να συνεχίσω, συνεχίζω», δηλαδή ενώ όλα στη ζωή κάποιων ανθρώπων φτάνουν να μην αντέχουν άλλο να συνεχίσουν, παρόλα αυτά συνεχίζουν γιατί φοβούνται να πεθάνουν.
Ταυτίζεστε με το ρόλο που ενσαρκώνετε;
Είναι, όπως σας είπα ένας δύσκολος ρόλος. Προσπαθώ πάντα να τον κατανοήσω, αλλά δεν είναι ένας χαρακτήρας όπως σε άλλα έργα που έχω παίξει. Είναι πιο πολύ μια ανθρώπινη κατάσταση. Με μια έννοια ο άνθρωπος γενικά. Δεν είναι ένας συγκεκριμένος χαρακτήρας όπως σε άλλα έργα ρεαλιστικά, που έχουν κάποια πιο ειδικά χαρακτηριστικά. Εδώ είναι πιο πολύ αυτή η ανθρώπινη τραγωδία και αντίφαση που την έχουν όλοι οι άνθρωποι σε κάποια στιγμή της ζωής τους, ειδικά προς το τέλος. Γι’ αυτό και το έργο λέγεται τέλος του παιχνιδιού. Είναι όταν ο άνθρωπος όταν βρίσκεται πολύ κοντά στο τέλος του. Οπότε είναι μια κοινή ανθρώπινη μοίρα αυτό, δηλαδή αυτή η δυσκολία να τα βγάλεις πέρα με τη ζωή γιατί έχει γίνει αφόρητη αλλά ταυτόχρονα και ο φόβος σου να μην πεθάνεις.
Info: Το «Τέλος του Παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετ στο Θέατρο Αριστοτέλειον στις 5 & 6 Φεβρουαρίου.



