Ο Μανώλης Τζανακάκης για δεύτερη φορά στην καριέρα του πήρε την απόφαση να αφήσει το ελληνικό πρωτάθλημα και να δοκιμάσει τη τύχη του στην Κύπρο.
Αγωνίστηκε με τα χρώματα της Καρμιώτισσας, έχοντας πριν από οκτώ χρόνια πέρασμα και από την Ανόρθωση. Ο Κρητικός μπακ, μίλησε στην Karfitsa για την εμπειρία του αυτή και στάθηκε στις διαφορές που έχει από το ελληνικό πρωτάθλημα. Παράλληλα, δεν έκρυψε και την επιθυμία του να επιστρέψει και πάλι στην χώρα μας και το πρωτάθλημα της Super League, δύο χρόνια μετά την αποχώρησή του από τον Παναιτωλικό, από τον οποίο έχει πολλά παράπονα, χαρακτηρίζοντας αντιαθλητική τη συμπεριφορά των διοικούντων απέναντί του.
– Μανώλη, πόσο διαφορετικά ήταν τα πράγματα που συνάντησες στην Κύπρο, οκτώ χρόνια μετά την αποχώρησή σου από την Ανόρθωση;
«Υπήρχαν αρκετές διαφορές. Θεωρώ πως το 2015, το επίπεδο ναι μεν ήταν καλό, αλλά ήταν τα πρώτα χρόνια που το πρωτάθλημα έχανε σε δυναμική μετά από καιρό. Και η Ανόρθωση που αγωνιζόμουν, αλλά πολύ περισσότερο ο ΑΠΟΕΛ είχαν αφήσει τις μεγάλες επιτυχίες του παρελθόντος και δεν είχαν τόσο ποιοτικές ομάδες. Στη δεύτερη θητεία μου, την περσινή σεζόν υπήρχαν καλές ομάδες, που έβαζαν ανταγωνισμό στους πιο ισχυρούς και είχε κλείσει κατά πολύ η ψαλίδα που παρατηρούνταν μεταξύ των ομάδων τα προηγούμενα χρόνια».
– Έπαιξες στην Καρμιώτισσα, μία νεοφώτιστη ομάδα, που η αλήθεια είναι ξεκίνησε με υψηλές βλέψεις, όμως η συνέχεια ήταν διαφορετική…
«Το γεγονός πως ιδιοκτήτης της ομάδας ήταν ένας αρκετά επιφανής Ρώσος επιχειρηματίας, προσέλκυσε αρκετά ονόματα, ωστόσο, η χρονιά δεν εξελίχθηκε όπως θα προσδοκούσαμε. Έγιναν πολλές και συχνές αλλαγές προπονητών, πέντε στο σύνολο. Αυτό όπως αντιλαμβάνεστε έφερε αρκετές ανισορροπίες στην ομάδα με αποτέλεσμα να μην έχουμε τα αποτελέσματα που θέλαμε σε κομβικά παιχνίδια της σεζόν».
– Επειδή γνωρίζεις άριστα το ελληνικό πρωτάθλημα, ποιες οι βασικές διαφορές που έχουν τα δύο πρωταθλήματα;
«Δεν υπάρχουν πολλές διαφορές. Στην Ελλάδα υπάρχουν περισσότεροι ποιοτικοί ποδοσφαιριστές, αλλά το επίπεδο έχει ανέβει αρκετά τα τελευταία χρόνια στο κυπριακό πρωτάθλημα. Όπως είπα και πριν η έλευση Ρώσων επενδυτών σε ομάδες, έχει δημιουργήσει συνθήκες με αποτέλεσμα να έρχονται ολοένα και καλύτεροι ποδοσφαιριστές και παρατηρούμε πως ομάδες που μέχρι πρότινος δεν διεκδικούσαν πράγματα τώρα να πρωταγωνιστούν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Πάφος και ο Άρης Λεμεσού που έχουν κάνει upgrade στις ομάδες και τις υποδομές τους. Γενικώς θεωρώ πως η ψαλίδα έχει κλείσει και το κυπριακό ποδόσφαιρο δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα τη Super League».
– Θα επέστρεφες στην Ελλάδα;
«Ναι, αυτό θέλω και προς αυτόν τον δρόμο κινούμαι. Έχω επαφές με ομάδες και θέλω να γυρίσω ξανά στη Super League. Βέβαια, το ποδόσφαιρο και η μεταγραφική περίοδος έχουν πάντα και το στοιχείο της έκπληξης, οπότε δεν μπορώ να πω με σιγουριά πως θα παίξω στην Ελλάδα, αλλά ναι η επιθυμία μου είναι αυτή γιατί ο τρόπος με τον οποίο έφυγα από τον Παναιτωλικό ήταν πέρα για πέρα άδικος για μένα. Και το λέω με λόγου γνώσης, αφού ουδέποτε με σεβάστηκαν έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό που είχα στον αχίλλειο, αφήνοντάς με ελεύθερο, αντί να μου ανανεώσουν το συμβόλαιο που θα ήταν το ελάχιστο που έπρεπε να κάνουν. Μία άκρως αντιαθλητική συμπεριφορά από μέρους τους».
– Έχεις παίξει για αρκετά χρόνια στον Άρη, παρακολουθείς την πορεία της ομάδας;
«Ναι, φυσικά, όποτε μου δίνετε η ευκαιρία βλέπω παιχνίδια, μου αρέσει το ελληνικό πρωτάθλημα και έχω και επαφές με αρκετούς παίκτες. Τα δύσκολα χρόνια που πέρασε ο Άρης τον ωρίμασαν, θυμάμαι πως το πιο δύσκολο όταν έπαιζα ήταν το πως θα επαναφέρουμε την ομάδα εκεί που άξιζε να είναι, μετά όλα έγιναν πολύ πιο εύκολα. Χαίρομαι που η ομάδα βρήκε τον δρόμο της και εύχομαι να πανηγυρίσει σύντομα και έναν τίτλο γιατί είναι κάτι που το αξίζει βάσει ιστορίας και κόσμου».
– Ξεκίνησες την καριέρα σου και ανδρώθηκες ποδοσφαιρικά στον Εργοτέλη, ενώ πέρασες και από τη Ξάνθη με τις δύο ομάδες πλέον να μην υπάρχουν στο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Είναι κάτι που σε στεναχωρεί;
«Με τον Εργοτέλη έχω δέσιμο ζωής. Εκεί πέρασα τα πιο ανέμελά μου χρόνια, ανδρώθηκα ποδοσφαιρικά, έζησα στιγμές που θα μου μείνουν για πάντα ανεξίτηλες στη μνήμη μου. Με θλίβει το γεγονός πως ουσιαστικά η ομάδα δεν υπάρχει, μετέχει στα τοπικά πρωταθλήματα της Κρήτης. Είναι κάτι που συζητάμε πολλές φορές με πρώην συμπαίκτες και φίλους μου, όπως είναι οι Καρέλης, ο Μπουχαλάκης, παιδιά δηλαδή που κάναμε μέσω του Εργοτέλη το ξεπέταγμα και μακάρι να επιστρέψει, γιατί είναι και ήταν μία ομάδα πρότυπο. Στη Ξάνθη έπαιξα μία σεζόν. Μια καταστροφική για την ομάδα χρονιά. Ξεκίνησε με βλέψεις και όνειρα και καταλήξαμε να έχουμε διαλυθεί με αποτέλεσμα να χάσουμε και τα χρήματά μας. Η ομάδα και ο κόσμος της Ξάνθης σαφώς και δεν έχει ευθύνη γι’ αυτό και μακάρι να επιστρέψει ξανά γιατί ανέκαθεν ήταν μία παραδοσιακή σταθερή δύναμη του ελληνικού ποδοσφαίρου».
– Έχεις συνεργαστεί με αρκετούς προπονητές ποιος είναι αυτός που για τους δικούς σου λόγους, έχεις συνδεθεί παραπάνω μαζί του;
«Οι Γιάννης Πετράκης και Μάκης Χάβος. Έχουμε ακόμα εξαιρετική σχέση και με τους δύο. Πάνω απ’ όλα είναι άνθρωποι για μένα και μετά προπονητές. Ο καθένας τους είχε τον δικό του διαφορετικό τρόπο συμπεριφοράς που σε κέρδιζε αμέσως και εκτιμώ όσα μου έδωσαν και πήρα από αυτούς όταν συναντήθηκαν οι δρόμοι μας σε Εργοτέλη και Παναιτωλικό αντίστοιχα».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ KARFITSA



