«Η αδιαφορία και ο κυνισμός που επικρατεί στην ζωή μας. Η απουσία αληθινής, ουσιαστικής κατανόησης του άλλου», ήταν οι λόγοι που παρακίνησαν την Μαρία Ντούζα να δημιουργήσει την ταινία «Άκουσε με». Η ταινία θα προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του 63ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου.
Στο επίκεντρο της ταινίας βλέπουμε μια κωφή έφηβη την Βαλμίρα, που οι οικονομικές δυσκολίες την αναγκάζουν να αφήσει το σχολείο Κωφών στην Αθήνα και να επιστρέψει στο νησί του πατέρα της, όπου βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της αδιαφορίας και της απομόνωσης – όχι μόνο εξαιτίας των προκαταλήψεων του χωριού, αλλά, κυρίως, των δικών της. Τα γυρίσματα έγιναν στην Χίο, στα Νοτιόχωρα και στον Κάπου και διήρκησαν 32 ημέρες, αναφέρει στην Karfitsa η σκηνοθέτιδα της ταινίας Μαρία Ντούζα.
Συνέντευξη στη ΦΙΛΙΠΠΑ ΒΛΑΣΤΟΥ
Τι πραγματεύεται το έργο;
Θέμα της ταινίας είναι η μοναξιά και η ανάγκη επικοινωνίας, η ανάγκη να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο και φυσικά να αποδεχτούμε ο ένας τον άλλο.
Τι σας παρακίνησε να γυρίσετε την ταινία αυτή;
Η αδιαφορία και ο κυνισμός που επικρατεί στην ζωή μας. Η απουσία αληθινής, ουσιαστικής κατανόησης του άλλου, είτε πρόκειται για ανθρώπους που ανήκουν στις λεγόμενες κοινωνικές μειοψηφίες, είτε για τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας με τον οποίο διαφέρουμε πολιτικά, θρησκευτικά κλπ. Αυτόν μάλιστα θα σας έλεγα περισσότερο. Εν ολίγοις η μισαλλοδοξία που επικρατεί στην κοινωνία μας – καλά κρυμμένη πίσω από επιλεκτική κοινωνική ευαισθησία και επιλεκτική ανοχή. Μιλάμε πολύ και για πολλά, αλλά νιώθω ότι όσο πιο πολύ μιλάμε τόσο λιγότερο ακούμε και τόσο λιγότερο αλλάζουμε. Είμαστε χωρισμένοι σε “φυλές” ιδεολογικές, καλλιτεχνικές, κοινωνικές, ποδοσφαιρικές – και οι φυλές αυτές είναι μεταξύ τους σε πόλεμο. Και οι ταινίες μας πολλές φορές περιγράφουν αυτόν τον πόλεμο, τον αποτυπώνουν, ενίοτε τον αποθεώνουν. Ήθελα να κάνω μια ταινία για την ανάγκη να ξεφύγουμε από αυτό. Μια ταινία για την δυνατότητα να κάνουμε το καλό, για την ανθρωπιά που ο καθένας μας κρύβει μέσα του, όχι για να αρνηθούμε την ύπαρξη του κακού αλλά για να το αντικρούσουμε.

Μια ταινία μπορεί να αφυπνίσει το κοινό πάνω σε κοινωνικά ζητήματα;
Οπωσδήποτε μπορεί. Αλλά δεν θεωρώ ότι αυτός είναι ο πρωταρχικός της ρόλος. Για μένα το σημαντικότερο είναι μια ταινία να συγκινήσει και μέσα από την συγκίνηση να κάνει τον θεατή να στοχαστεί για τον εαυτό του μέσω των άλλων. Η συναισθηματική μας ταύτιση με τους ήρωες μιας ταινίας μάς βάζει “μέσα στα παπούτσια τους”. Για δυο ώρες “γινόμαστε άλλοι”. Ο κινηματογράφος είναι μια άσκηση ενσυναίσθησης και ως τέτοια μπορεί να μας οδηγήσει σε πολύ βαθύτερη κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου μας. Ιδανικά μια ταινία αγγίζει ζητήματα ηθικής – πανανθρώπινα και διαχρονικά.
Το αίσθημα της απομόνωσης και της μοναξιάς, της έλλειψης επαφής είναι πιο συχνό στην εποχή μας από ότι παλαιότερα;
Ξέρετε, δεν είμαι σίγουρη. Πιστεύω ότι κάποιοι άνθρωποι πάντοτε ένιωθαν διαφορετικοί και ξένοι μέσα στον κόσμο, στον δικό τους κόσμο, ακόμη και σε μια μικρή κοινότητα, ή μέσα στην οικογένεια. Μέσα στην δουλειά ή μέσα στον γάμο. Παντού κάποιος μπορεί να βιώσει μια βαθειά μοναξιά, το αίσθημα ότι κανείς δεν τον καταλαβαίνει και την απομόνωση. Δεν έχει να κάνει με συγκεκριμένη εποχή.
Στην Ελλάδα έχουμε κινηματογραφική παιδεία; Στηρίζουμε ως κοινό τις ελληνικές ταινίες;
Στην Ελλάδα, ως κοινό, έχουμε κινηματογραφική παιδεία όση και όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι με τους οποίους μοιραζόμαστε μια κοινή κινηματογραφική κουλτούρα. Ως δημιουργοί αποκτούμε όλο και καλύτερη παιδεία, ειδικά από τότε που αποκτήσαμε Ανώτατη Σχολή Κινηματογράφου εδώ στο ΑΠΘ – και τα αποτελέσματα είναι πολύ ορατά και στις μεγάλες, αλλά ακόμη περισσότερο στις μικρού μήκους ταινίες.
Ως κοινό, δεν στηρίζουμε τις ελληνικές ταινίες, αλλά να αντιστρέψω το ερώτημα, εμείς οι Έλληνες κινηματογραφιστές κάνουμε ταινίες για το κοινό; Οφείλουμε να αναρωτηθούμε.
Πώς θα περιγράφατε το παρόν του ελληνικού κινηματογράφου;
Ο Ελληνικός κινηματογράφος μέσα στην κρίση βγήκε πολύ δυναμικά προς τα έξω με ταινίες πρωτότυπες, προκλητικές, ανατρεπτικές, καταγγελτικές, οργισμένες. Ήταν ταινίες που η φρεσκάδα κι ορμή τους ενθουσίασε τα διεθνή φεστιβάλ και τους απανταχού σινεφίλ γιατί αντανακλούσαν αυτό που ζούσαμε τότε με τόλμη και ωμότητα. Αν και οι ταινίες αυτές δεν έφεραν το ευρύτερο κοινό στην αίθουσα, έκαναν γνωστό το ελληνικό σινεμά έξω από την χώρα και έφεραν τους Έλληνες κινηματογραφιστές σε επαφή με την διεθνή κινηματογραφική πραγματικότητα.
Νομίζω ότι τώρα βρισκόμαστε σε μια μεταβατική φάση που προσπαθούμε να κάνουμε ταινίες για κάθε κοινό – φεστιβαλικό και μη. Μετά την εκζήτηση του ‘Greek Weird Wave’ γίνονται προσπάθειες να παραχθούν ταινίες και άλλου ύφους και εμβέλειας. Η πρόκληση είναι να κάνουμε ταινίες που να μπορούν να σταθούν στην παγκόσμια αγορά. Στο μεταξύ, οι διαδικτυακές πλατφόρμες, όπως το Netflix, αλλάζουν το τοπίο διανομής και προβολής των ταινιών μας. Πιστεύω ότι έχοντας κατακτήσει την παρουσία του σε διεθνή φεστιβάλ ο ελληνικός κινηματογράφος ετοιμάζεται και για αυτό το νέο περιβάλλον.


