Ας μη γιορταστεί ως μια μέρα μνημοσύνου με μουσειακή σκόνη διότι είναι μια
μέρα πολιτικής μνήμης και η μνήμη όταν είναι αληθινή δεν είναι ποτέ βολική
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Η 19η Μαΐου είναι άδικο να μνημονεύεται ως μια τυπική επέτειος όπου μια ημερομηνία βγαίνουν οι γνωστές ανακοινώσεις, κατατίθενται στεφάνια και λησμονούνται όλα μέχρι του χρόνου. Είναι μια ενοχλητική υπενθύμιση ότι ο Πόντος δεν χάθηκε από κάποιο ιστορικό “ατύχημα”, αλλά από μια συστηματική πολιτική εκτοπισμών, διώξεων, ταγμάτων εργασίας, πορειών θανάτου και βίαιης εξαφάνισης μιας ιστορικής παρουσίας αιώνων.
Και ακριβώς γι’ αυτό η Τουρκία δεν θέλει να ακούει τη λέξη «γενοκτονία».
Κι όχι επειδή αγνοεί τι συνέβη ή της λείπουν τα τεκμήρια. Αλλά επειδή η αναγνώριση δεν θα άγγιζε απλώς ένα σκοτεινό επεισόδιο του οθωμανικού παρελθόντος. Θα ακουμπούσε τον ίδιο τον ιδρυτικό καθρέφτη του τουρκικού κράτους. Για την επίσημη τουρκική αφήγηση, η 19η Μαΐου είναι ημέρα εθνικής υπερηφάνειας, η στιγμή που ο Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα και ξεκινά ο εθνικός αγώνας. Για τον ποντιακό ελληνισμό, η ίδια ακριβώς ημερομηνία είναι σύμβολο της τελικής φάσης του αφανισμού. Πρόκειται για σύγκρουση δύο μνημών που δεν χωρούν εύκολα στο ίδιο κάδρο.
Η Άγκυρα απορρίπτει τον όρο «γενοκτονία» όχι μόνο για διπλωματικούς λόγους, αλλά επειδή τρέμει το πολιτικό και ηθικό βάρος της λέξης. Αν δεχθείς τη γενοκτονία, παραδέχεσαι κάτι περισσότερο από εγκλήματα. Παραδέχεσαι ότι το εθνικό σου αφήγημα έχει μέσα του και σκοτάδι. Ότι η εθνική συγκρότηση δεν ήταν μόνο αγώνας ανεξαρτησίας, αλλά και βίαιη εκκαθάριση πληθυσμών. Κι αυτό για ένα κράτος που έχει μάθει να παρουσιάζει τον εαυτό του ως διαρκώς αθώο, διαρκώς αμυνόμενο, είναι κάτι σχεδόν αδιανόητο.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη, λιγότερο συζητημένο. Η τουρκική άρνηση δεν είναι απλώς ιδεολογική εμμονή. Είναι μηχανισμός κρατικής αυτοπροστασίας. Γιατί πίσω από την άρνηση κρύβεται πάντα ο φόβος της συνέχειας: αν αναγνωριστεί το έγκλημα, ανοίγει αμέσως το ερώτημα της ιστορικής ευθύνης. Και τότε η συζήτηση παύει να είναι ακαδημαϊκή. Γίνεται πολιτική, θεσμική, διεθνής. Γίνεται ζήτημα λογοδοσίας.
Ας μην ωραιοποιούμε, ωστόσο, ούτε τη δική μας πλευρά. Η Ελλάδα επί δεκαετίες διαχειρίστηκε την ποντιακή μνήμη κυρίως τελετουργικά. Με συγκίνηση, ναι. Με συνέπεια, όχι πάντα. Το θέμα συχνά εγκλωβίστηκε σε έναν εσωτερικό πατριωτικό κύκλο, σαν να αφορά μόνο τους απογόνους των θυμάτων και όχι τη διεθνή συζήτηση για τα εγκλήματα μαζικής εξόντωσης του 20ού αιώνα. Κι έτσι, ενώ η μνήμη έμεινε ζωντανή στην κοινωνία, δεν μετατράπηκε πάντοτε σε επίμονη, έξυπνη, σύγχρονη στρατηγική πίεσης.
Εδώ ακριβώς υπάρχει πεδίο. Η Αθήνα θα μπορούσε να κινηθεί πολύ πιο επιθετικά και πολύ πιο σοβαρά. Χωρίς φωνές, αλλά με φάκελο. Με διεθνή αρχεία, μεταφράσεις μαρτυριών, πανεπιστημιακές συνεργασίες, μόνιμη παρουσία του ζητήματος σε ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα, σύνδεση του ποντιακού δράματος με το ευρύτερο πλαίσιο των διώξεων των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γιατί εκεί αλλάζει και το παιχνίδι: από “ελληνοτουρκική διένεξη” μετατρέπεται σε διεθνές ζήτημα ιστορικής δικαιοσύνης.
Και κάτι ακόμη: η Ελλάδα οφείλει να σταματήσει να φοβάται τη λέξη «πίεση». Δεν είναι εχθροπάθεια να ζητάς αναγνώριση, ούτε εθνικισμός να απαιτείς ιστορική ακρίβεια. Εθνικισμός είναι να σβήνεις τους νεκρούς επειδή σε χαλάνε αισθητικά στο αφήγημα.
Η 19η Μαΐου, λοιπόν, ας μη γιορταστεί ως μια μέρα μνημοσύνου με μουσειακή σκόνη. Είναι μια μέρα πολιτικής μνήμης. Και η μνήμη, όταν είναι αληθινή, δεν είναι ποτέ βολική. Ενοχλεί. Τρυπά τον εθνικό καθρέφτη. Αναγκάζει κράτη, κοινωνίες και ελίτ να κοιταχτούν χωρίς φίλτρα.
Το ερώτημα δεν είναι αν η Τουρκία ενοχλείται όταν ακούει για γενοκτονία. Ενοχλείται, και πολύ. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: αν η Ελλάδα είναι επιτέλους έτοιμη να κάνει τη μνήμη εργαλείο διεθνούς διεκδίκησης και όχι απλώς ετήσιας τελετής.


