Ο Παναγιότατος Μητροπολίτης Φιλόθεος δεν υπερασπίστηκε απλώς μια θεολογική
θέση αλλά υπερασπίστηκε την ανάσα μιας πόλης
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Υπάρχουν στιγμές που μια πόλη αποκαλύπτεται όχι από αυτά που λέει, αλλά από τον τρόπο που αφρίζει όταν ακούει κάτι αληθινό. Κάπως έτσι αποκαλύφθηκε και πάλι η Θεσσαλονίκη των υπόγειων φοβιών, των ψιθύρων, των μισότυφλων φρουρών της ευσέβειας, όταν ο Μητροπολίτης Φιλόθεος τόλμησε να πει το αυτονόητο: ότι το Άγιο Φως από τα Ιεροσόλυμα είναι ευλογία, όχι προϋπόθεση της Αναστάσεως.
Και ξαφνικά ξεσηκώθηκαν οι γνωστοί επαγγελματίες του ιερού πανικού. Εκείνοι που έχουν ανάγκη τον Θεό μόνο όταν χωρά σε κιβώτιο μεταφοράς, σε επίσημη υποδοχή, σε τελετουργικό δρομολόγιο, σε δημόσια συγκίνηση εύκολης κατανάλωσης. Εκείνοι που νομίζουν ότι η πίστη είναι διοικητική πράξη, ότι η κατάνυξη μετριέται σε ώρες άφιξης και ότι η Ανάσταση κινδυνεύει αν δεν προσγειωθεί εγκαίρως ένα αεροσκάφος.
Μα ο Φιλόθεος δεν μίλησε σαν διαχειριστής συμβόλων. Μίλησε σαν αληθινός ποιμένας. Και αυτό είναι που τους ενόχλησε περισσότερο. Δεν ύψωσε τη φωνή του για να χαϊδέψει τα φοβικά αντανακλαστικά του εκκλησιαστικού ακροατηρίου. Δεν πλειοδότησε σε ιερή αγωνία, δεν εμπορεύτηκε το μυστήριο, δεν μετέτρεψε την Ανάσταση σε σκηνικό υψηλής ευλάβειας και χαμηλής κατανόησης. Είπε, με τη γαλήνη εκείνων που ξέρουν, πως το Φως προηγείται του φανατισμού, πως ο Χριστός δεν εξαρτάται από μεταφορική εταιρεία, πως η αλήθεια του Πάσχα δεν χρειάζεται φρουρούς με τρεμάμενο δάχτυλο.
Αυτός ο λόγος είναι σπάνιος. Γιατί είναι καθαρός. Και η καθαρότητα τρομάζει πάντα όσους έχουν μάθει να ζουν μέσα στο μισοσκόταδο. Η Θεσσαλονίκη, δυστυχώς, κουβαλά ακόμη τέτοιους κύκλους: ανθρώπους και μηχανισμούς που δεν θέλουν την πόλη ανοιχτή, ανάλαφρη, φωτεινή, αλλά σφιγμένη, ενοχική, πειθαρχημένη σε μια θρησκόληπτη μικροεξουσία. Μια πόλη που να μη σκέφτεται, μόνο να υπακούει. Μια πόλη που να μην αναπνέει, μόνο να θυμιατίζεται.
Και όμως, απέναντι σε αυτή τη μόνιμη συνομωσία του σκοταδιού, ο Φιλόθεος στέκεται αλλιώς. Εξωστρεφής χωρίς επιτήδευση, επιβλητικός χωρίς θεατρινισμό, γλυκύς χωρίς αδυναμία. Με εκείνη τη σπάνια δύναμη των ανθρώπων που δεν χρειάζεται να φοβίσουν για να γίνουν σεβαστοί. Είναι ίσως γι’ αυτό τόσο δημοφιλής: γιατί εκπέμπει κάτι που λείπει από πολλούς δημόσιους ανθρώπους της εποχής μας – εσωτερικό φως.
Κι ας το ακούσουν όσοι έσπευσαν να τον κατασπαράξουν από τα χαρακώματα της θρησκευτικής υστερίας: το Άγιο Φως δεν είναι το φυτίλι της πίστης. Η πίστη δεν ανάβει με παραλαβές, ούτε σβήνει με καθυστερήσεις. Ανάβει ή σβήνει μέσα στον άνθρωπο. Και όταν ένας Μητροπολίτης έχει το θάρρος να το πει αυτό δημόσια, δεν μικραίνει το θαύμα, το απελευθερώνει από τους τελώνες του.
Γι’ αυτό ο Φιλόθεος δεν υπερασπίστηκε απλώς μια θεολογική θέση. Υπερασπίστηκε την ανάσα μιας πόλης. Και μέσα σε έναν καιρό γεμάτο θόρυβο, καχυποψία και μικρότητα, εμφανίστηκε όπως πρέπει να εμφανίζεται ένας αληθινός ιεράρχης: όχι ως τελωνειακός του ουρανού, αλλά ως φορέας φωτός. Και το φως, όταν είναι αληθινό, δεν έρχεται απλώς από μακριά. Στέκεται όρθιο μπροστά σου και σε αναγκάζει να δεις.



