«Το παιδικό θέατρο είναι μια διαδικασία “δούναι και λαβείν”, μέσα από το οποίο εκλαμβάνουμε την μεγαλύτερη αμοιβή όλων: την χαρά και ευχαρίστηση των παιδιών. Αλλά και για εμάς είναι ο κρυφός πόθος το να παραμείνουμε κατά κάποιο τρόπο ακόμα μέσα μας, παιδιά», εξηγεί σε συνέντευξή της στην Karfitsa η σκηνοθέτης παιδικών θεατρικών έργων, Αναστασία Αναστασούδη.
Συνέντευξη στη ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΛΑΔΑ
Η Αναστασία Αναστασούδη είναι σκηνοθέτης παιδικών θεατρικών έργων και έχει σκηνοθετήσει μία έκδοση του κλασσικού παραμυθιού «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του ΤΕΧΝΟΚΟΣΜΟΣ, η οποία έρχεται στο Ανοικτό Θέατρο Συκεών «Μάνος Κατράκης». Στη συνέντευξή της μιλάει για την καλλιτεχνική της κλίση προς το παιδικό θέατρο, για την παράσταση, καθώς και για τις προκλήσεις που αντιμετώπισε σε αυτή.

Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να στραφείτε προς τη σκηνοθεσία παιδικών έργων;
Παρόλο που είχα και άλλες ευκαιρίες για άλλα πράγματα τελειώνοντας τις σπουδές μου στην Ανωτέρα Δραματική Σχολή, λόγω της σχέσης μου με τη φιλολογία σιγά σιγά άρχισα να βρίσκω μεγάλο ενδιαφέρον στα παιδικά θεατρικά έργα, τα οποία με απορρόφησαν κιόλας σαν λογοτεχνικά κείμενα. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε ο ΤΕΧΝΟΚΟΣΜΟΣ είδαμε πόσο μεγάλη χαρά δίνουμε στα παιδιά και αυτό για εμάς είναι η μεγαλύτερη αμοιβή. Πρόκειται για μία διαδικασία «δούναι και λαβείν». Το παιδικό θέατρο είναι και ο δικός μας κρυφός πόθος να παραμείνουμε παιδιά.
Τι σας ενέπνευσε στην παιδική θεατρική παράσταση «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» για την σκηνική μεταφορά της;
Είναι γενικά ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια, γιατί συνδυάζει το όνειρο με την παιδικότητα. Από μικρή είχα πολλές εικόνες και επειδή το συγκεκριμένο παραμύθι δεν βασίζεται τόσο σε λογικές εικόνες αλλά σε μνήμες, σε χρώματα και μουσικές, με ταξιδεύει πάρα πολύ. Για αυτό το λόγο αποφάσισα να το μεταφέρω και στη θεατρική σκηνή, καθώς πίστευα πάντοτε ότι θα αρέσει στα παιδιά διότι είναι κοντά στον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται.
Αντιμετωπίσατε προκλήσεις κατά τη σκηνική μεταφορά του παραμυθιού;
Υπήρξε μία πρόκληση που με προβλημάτισε αρκετά. Τα τελευταία χρόνια το παιδικό θέατρο τείνει περισσότερο προς τον εντυπωσιασμό χρησιμοποιώντας μέσα με στόχο να δημιουργηθούν έντονα εφέ και να κάνουν τα παιδιά να εκπλαγούν σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, εκεί είχα ένα δίλημμα όσον αφορά τη σκηνοθεσία: Αν θα ακολουθούσα μία γραμμή εντυπωσιασμού ή αν θα έκανα αυτό που πάντα πίστευα εγώ ότι είναι το θέατρο, δηλαδή να πλησιάσω περισσότερο στη ψυχή των παιδιών, και νομίζω ότι αυτό έκανα κιόλας. Χρησιμοποιώντας λιτά μέσα σκηνικά και σκηνοθετικά, προσπάθησα να ξεφύγω από αυτό που λέμε «εντυπωσιασμός και μόνο» και από αυτό που θεωρείται εντελώς επιφανειακό.
Τι μηνύματα θέλει να περάσει η παράσταση στα παιδιά;
Σκέφτηκα πολύ βαθιά κατά πόσο το όνειρο βοηθάει σε ένα γενικό πλαίσιο τη φαντασία του παιδιού. Νομίζω πάρα πολύ, στην απελευθέρωσή του, στο να εκφράζεται, να χτίζει τις σχέσεις του χωρίς να βάζει ταμπού και όρια. Πιστεύω αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί η κοινωνία προσπαθεί να γαλουχήσει τα παιδιά ώστε να μεγαλώσουν με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Το όνειρο είναι η μόνη ευκαιρία του παιδιού αλλά και του μεγάλου να ταξιδέψει και να γίνει κάτι άλλο. Η προτροπή του να εκφράζεσαι είναι το βασικό μήνυμα που θέλω να περάσω μέσα από τη παράσταση.
Τα παιδιά έχουν χαρακτηριστεί ως οι πιο «αληθινοί κριτές». Πιστεύετε ότι ισχύει αυτός ο χαρακτηρισμός;
Τα παιδιά είναι καταπληκτικό κοινό γιατί εκφράζονται εκείνη τη στιγμή. Την ώρα της παράστασης απαντούν στους ηθοποιούς, στον ήρωα χωρίς ουσιαστικά να τους προτρέπει ο ίδιος για συμμετοχή. Επίσης, αν δεν τους αρέσει κάτι θα γυρίσουν να πουν στη μητέρα τους «μαμά δεν μου αρέσει αυτό, θέλω να φύγω». Τα παιδιά δεν έχουν την αίσθηση του «κάνω κριτική», είναι οι πιο αληθινοί θεατές χωρίς πονηριά.



