Ο Ρους από το παλιό εστιατόριο της Παντείου που ήταν πίσω από το μπάσο και έπαιζε μουσική το 1993, έφτασε να δημιουργήσει ένα από τα πιο πολυακουσμένα ελληνικά τραγούδια τις «Εξαιρέσεις».
Έπειτα μας έβαλε λίγο πιο μέσα στον κόσμο του με το «Κόκκινο φως», τις «Μαριονέτες», το «Άδικο στο σώμα», και την «Ιδιαίτερη σχέση» και στη συνέχεια ήρθε το «Λουλούδι του δρόμου», το «Εσύ», το «Γκύζη». Με χαρακτηριστικό το δικό του μοναδικό ύφος κέρδισε το κοινό και σε κάθε του live γεμίζει τους χώρους όπου τραγουδάει.
Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που έχει δημιουργήσει πιστό κοινό ο Ρους. Το Σάββατο 29 και Κυριακή 30 Οκτωβρίου θα βρεθεί στο Καφωδείο Ελληνικό με παρέα την κιθάρα του.
Ο Ρους λίγο πριν έρθει στη Θεσσαλονίκη απάντησε στις – λίγο πιο προσωπικές – ερωτήσεις της Karfitsa.
Συνέντευξη στη Φιλίππα Βλαστού
Πότε καταλάβατε ότι η μουσική είναι αυτό που θέλετε να ασχοληθείτε;
Δεν μπορώ να θυμηθώ αν υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή που είπα ότι θα ασχοληθώ με τη μουσική. Παρ’ όλα αυτά σαν παιδί είχα δυνατά ερεθίσματα και πολλές ερωτήσεις σε σχέση με το πως φτάνει ένα τραγούδι να ακούγεται άρτιο μέσα από ένα κασετόφωνο π.χ. Αυτό ήταν πιστεύω κομβικό σημείο που άναψε μέσα μου μια φλόγα. Η δίψα να μάθω, πώς δημιουργείται αυτό που ακούω, αυτό που είναι τόσο ωραίο και βγαίνει μέσα από τα ηχεία του κασετοφώνου. Η πορεία από εκείνη τη μέρα που ήρθα σε επαφή με τον ήχο ήταν κομβική. Ήθελα να μάθω και ήταν τεράστια η δίψα μου.
Ποια ήταν τα πρώτα σας μουσικά ακούσματα;
Ό,τι άκουγαν οι γονείς. Ο πατέρας μου ήταν με τους CCR, τον Dylan, τους Eagles και άλλους τέτοιους καλλιτέχνες. Θυμάμαι μικρός, όταν ο πατέρας μου ήταν ξέμπαρκος (ναυτικός στο επάγγελμα), καθόταν στην κουζίνα με ένα φίλο και συνάδελφο του που είχε έρθει να τον δει. Όταν έμπαινα κι εγώ εκεί ανάμεσα τους, ο φίλος του μου έλεγε «πού ’σαι ρε Μπομπ!», επειδή είχα σγουρά μαλλιά. Ήταν ναυτικάτζες με κοινή αγάπη για την ροκ. Ηχογραφούσαν κασέτες από ραδιοφωνικές εκπομπές όταν έπιαναν λιμάνι στο Maine, στο Τέξας ή στη Νέα Ορλεάνη και τις έφερναν πίσω σαν τρόπαια. Έτσι μυήθηκε και ο πατέρας μου στην country. Η μητέρα μου από την άλλη, ήταν πιο μικρή σε ηλικία, πήγαινε με το ρεύμα της εποχής των 80s. Την θυμάμαι να χορεύει στο σπίτι ενώ έκανε δουλειές. Κάπως έτσι μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που η μουσική ακουγόταν.
Ποιο τραγούδι λατρεύετε να ακούτε;
Είναι πάρα πολλά και ανάλογα με τη φάση μου. Τελευταία επιστρέφω συνέχεια στο b side ενός σινγκλ ονόματι «America» που έχει τίτλο «My Rajneesh» από τον Sufjan Stevens. Μου αρέσει πολύ αυτό το τραγούδι επειδή νομίζω ότι ο Sufjan Stevens μετατρέπει πραγματικά, τη θλίψη σε ανάταση, σε χαρά.
Αγαπημένος δίσκος;
Κι εδώ δεν μπορώ να περιοριστώ μόνο σε έναν. Αλλά αν ήταν υποχρεωτικό θα έλεγα το White Album των Βeatles.
Που κάνατε το πρώτο σας live;
Στο παλιό εστιατόριο της Παντείου που ήταν (βασικά δεν ξέρω… ίσως να είναι ακόμα εκεί;) στο τέλος της γέφυρας Κουκακίου, ακριβώς δεξιά όπως κατευθύνεσαι προς την Αθήνα. Όποτε περνάω και βλέπω τα τζάμια, θυμάμαι ότι κάπου εκεί, στα 17, στεκόμουν όρθιος με το μπάσο μου. Ήταν το 1993. Θυμάμαι δεν είχα το παραμικρό τρακ γιατί είχα τους φίλους μου από την μπάντα μαζί.
Πόσο σας έχει αλλάξει ως άνθρωπο η μουσική;
Δεν ξέρω τι να πω πάνω σε αυτό. Μου έχει προσφέρει πολλά πιστεύω. Δεν μπορείς να γνωρίζεις ακριβώς πόσο μεγάλη επίδραση έχει πάνω σου κάτι, μέχρι να το χάσεις. Μεγάλωσα θέλοντας να φτιάχνω τραγούδια. Συνεχίζω έτσι και σήμερα. Αν κάποια στιγμή δεν θα μπορώ να το κάνω, τότε πιστεύω θα καταλάβω ποιο ήταν το impact πάνω μου.



