Διασφαλίσαμε τουλάχιστον σε επίπεδο διατυπώσεων ένα θετικό
κλίμα και τη συνέχεια ύπαρξης μηχανισμών αποκλιμάκωσης
Του Θράσου Ευτυχίδη*
Άλλο ένα ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, το 6ο κατά σειρά ολοκληρώθηκε χθες με την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην Άγκυρα, τη συνάντησή του με τον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την υπογραφή άλλης μιας Κοινής Διακήρυξης μεταξύ Ελλάδος – Τουρκίας, ενός πολιτικού κειμένου που δεν παράγει νομικά αποτελέσματα.
Μια συνάντηση που είχε κύριο αποδέκτη το εσωτερικό των δύο χωρών, απόλυτα συμφωνημένη και ελεγχόμενη από την αρχή ως το τέλος. Η διακήρυξη γι άλλη μια φορά, απέφυγε επιμελώς να θίξει τα κύρια ζητήματα των ελληνικών διαφορών, να αποτυπώσει τη βούληση για συνέχιση του διαλόγου αλλά και την επίλυση των διαφορών στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, όπως βέβαια το αντιλαμβάνονται οι δύο πλευρές.
Με την υπογραφή επτά επιμέρους συμφωνιών η συνάντηση έδειξε την εστίαση στη λεγόμενη και «θετική ατζέντα», σε ζητήματα «χαμηλής πολιτικής» πολιτισμός, τεχνολογία, επενδύσεις, μεταφορές, πολιτική προστασία. Οι πλευρές απέφυγαν τη συζήτηση δύσκολων θεμάτων. Υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ, χωρικά ύδατα ή ζητήματα που εγείρει η Τουρκία όπως η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών ή η αμφισβήτηση της κυριαρχίας.
Πρακτικά μέσα και από τις προσεκτικά προετοιμασμένες δηλώσεις των δύο ηγετών δόθηκε η ευκαιρία να απευθυνθούν στο εσωτερικό τους ακροατήριο. Και ίσως αν η κατάσταση στο εσωτερικό των δύο χωρών, ήταν διαφορετική να μπορούσε να γίνει ένα μικρό βήμα.
Στην Ελλάδα προβλήθηκε το θετικό κλίμα αλλά και το γεγονός ότι για πρώτη φορά Έλληνας Πρωθυπουργός έθεσε σε απευθείας συνάντηση με Τούρκο Πρόεδρο το θέμα της άρσης του casus belli. Ελάχιστοι είναι αυτοί που αναρωτιούνται αν και τι κερδίζει η Ελλάδα με την άρση αυτής της θεσμικής απειλής. Πρακτικά η άρση του casus belli μειώνει την απόκλιση της Τουρκίας από το Διεθνές Δίκαιο και στερεί τη χώρα μας από ένα από τα μεγαλύτερα διπλωματικά της όπλα που χρησιμοποιεί για να δείξει την τουρκική παραβατικότητα. Ευτυχώς η κατάσταση στο εσωτερικό της Τουρκίας είναι τέτοια που μάλλον αυτό δε θα συμβεί. Αλλά ακόμη και εάν συμβεί, θα μπορούσε εύκολα να επανέρθει άμεσα.
Πρακτικά οι πλευρές κράτησαν τις θέσεις τους χωρίς υποχωρήσεις. Διασφαλίσαμε τουλάχιστον σε επίπεδο διατυπώσεων ένα θετικό κλίμα και τη συνέχεια ύπαρξης μηχανισμών αποκλιμάκωσης. Αυτό βέβαια εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της τουρκικής πλευράς. Οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσει η Τουρκία, το κλίμα αυτό θα μπορούσε να ανατραπεί, είναι κάτι άλλωστε που το βλέπουμε συχνά μετά την υπογραφή της Διακήρυξης των Αθηνών.
Ναι, δεν κάναμε υποχωρήσεις από τις κόκκινες γραμμές μας, αλλά δώσαμε στην Τουρκία για άλλη μια φορά τη δυνατότητα να προβάλλει την ψεύτικη εικόνα της χώρας – παράγοντα σταθερότητας που έχει την ικανότητα να συνδιαλλάσσεται πολιτισμένα με τους γείτονές της. Εικόνα που αξιοποιεί στο μέγιστο βαθμό στα πλαίσια των διεθνών επαφών της, τόσο με την Ε.Ε. όσο και με τις ΗΠΑ, χωρίς γι άλλη μια φορά οποιοδήποτε απτό κέρδος. Πολύ δύσκολα θα μπορούσες να εξηγήσεις στους επιρρεπείς προς τα τουρκικά συμφέροντα Ευρωπαίους γιατί θα πρέπει να περιορίσουν τις προσπάθειες σύγκλισης και τις χρηματοδοτήσεις προς την αναθεωρητική και παραβατική Τουρκία, όταν εσύ υπογράφεις 7 συμφωνίες μαζί της.
Η στασιμότητα των «ήρεμων νερών», το διάστημα που θα ακολουθήσει και όσο αυτό διαρκέσει είναι ίσως μια ακόμη ευκαιρία προετοιμασίας. Προϋποθέτει σοβαρή στρατηγική στόχευση που δυστυχώς δε φαίνεται να διαθέτουμε.
Είμαστε δυστυχώς καταδικασμένοι να ζούμε με Τουρκία και τα στοιχεία, ιστορία, γεωγραφία, δημογραφία θα πρέπει επιτέλους να ξυπνήσουν τις ελληνικές πολιτικές ελίτ (sic).
*Ο Θράσος Ευτυχίδης, είναι Διεθνολόγος – Οικονομολόγος, Αναλυτής του Strategy Intl



