19:04, Τετάρτη
29 Ιουνίου 2022

Παρουσιάστηκαν τα ευρήματα των ανασκαφών στην “Τράπεζα Νέου Ρυσίου”

Τα σημαντικά ευρήματα τα οποία έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη, από περιοχή μεταξύ των κοινοτήτων Νέου Ρυσίου και Καρδίας, παρουσιάστηκαν σε εκδήλωση η οποία έγινε την Κυριακή 22 Μαΐου, στο πλαίσιο των τριήμερων εκδηλώσεων προς τιμήν των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Νέο Ρύσιο.

Την παρουσίαση έκανε ο αναπληρωτής καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδας και διευθυντής της ανασκαφής στην «Τράπεζα Νέου Ρυσίου – Καρδίας», Μανόλης Μανωλεδάκης. Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν επίσης ο Στυλιανός Αποστόλου, αντιδήμαρχος Παιδείας, ο Γιώργος Αγγέλου, πρόεδρος ΔΕΠΠΑΘ, η Φανή Χατζηδημητρίου Εντεταλμένη Δημοτική Σύμβουλος για θέματα Κοινωνικής Πολιτικής και Αντιπρόεδρος του ΝΠΠΔ, οι πρόεδροι των Κοινοτήτων Νέου Ρυσίου, Γιώργος Δημητριάδης και Καρδίας, Ιωακείμ Τρικαλιάρης, ο Άγγελος – Μάριος Σωτηριάδης, πρόεδρος Λαογραφικού Συλλόγου Ν. Ρυσίου «Η Αρετσού», ο Δημήτρης Ασημόπουλος, πρόεδρος ΑΜΣ «Αναγέννηση Νέου Ρυσίου», οι τοπικοί σύμβουλοι Άγγελος Φρατζίδης, Μαρία Χρόντσιου και Βιβή Μπύρου, ο Κώστας Κεχαγιάς, πρόεδρος ΚΑΠΗ Ν. Ρυσίου, ο Κωστής Κοψιδάς, επίτιμος κάτοικος Νέου Ρυσίου κ.ά.

Όπως εξήγησε ο κ. Μανωλεδάκης η συστηματική εκπαιδευτική ανασκαφή στη συγκεκριμένη περιοχή ξεκίνησε το 2016 από το ΔΙΠΑΕ. Η ανασκαφή, που κατά τα πέντε πρώτα χρόνια της χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα «Αλέξανδρος Ωνάσης», έχει δύο βασικούς στόχους, έναν εκπαιδευτικό και έναν ερευνητικό. Αφενός επιδιώκεται να εκπαιδευτούν οι φοιτητές των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών «MA in the Classical Archaeology and the Ancient History of Macedonia», που λειτουργεί από το 2016 και στο πλαίσιο του οποίου ξεκίνησε η ανασκαφή, και «MA in Black Sea and Eastern Mediterranean Studies», που λειτουργεί από 2010.

Αφετέρου, σε ερευνητικό επίπεδο, η ανασκαφή στοχεύει να συμβάλει στην αύξηση των γνώσεων για την ανθρώπινη δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, πολύ πριν την ίδρυση της πόλης από τον Κάσσανδρο το 316/5 π.Χ., σε μια εποχή δηλαδή που παραμένει ιδιαίτερα σκοτεινή για την περιοχή, λόγω της έλλειψης τόσο γραπτών όσο και αρχαιολογικών μαρτυριών.

Η θέση στην οποία πραγματοποιείται η αρχαιολογική ανασκαφή ονομάζεται «Τράπεζα Νέου Ρυσίου – Καρδίας». Καλύπτει έκταση περίπου 14 στρεμμάτων και έχει οβάλ σχήμα, με κατεύθυνση που ελάχιστα αποκλίνει από τον άξονα βορρά-νότου. Περιβαλλόμενη από βαθιά ρέματα από τα ανατολικά και τα δυτικά, η θέση υψώνεται περί τα 137 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και είναι προικισμένη με μια εντυπωσιακή θέα προς όλα τα απαραίτητα σημεία για έναν οικισμό της περιοχής, δηλαδή προς τον Θερμαϊκό κόλπο, την εύφορη κοιλάδα του Ανθεμούντα σχεδόν στο σύνολό της, τους περισσότερους σύγχρονούς της οικισμούς, αλλά και το φρούριο της κορυφής του όρους Χορτιάτη (του αρχαίου Κισσού), γνωστό για την αμυντική του σημασία για την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης από την Αρχαϊκή εποχή μέχρι τον Μεσαίωνα. Η «Τράπεζα Νέου Ρυσίου – Καρδίας», αν και γνωστή εδώ και έναν περίπου αιώνα ως αρχαιολογική θέση, δεν είχε ποτέ ερευνηθεί συστηματικά. Περιορισμένης έκτασης επιφανειακές έρευνες έγιναν κατά καιρούς, οι οποίες απέδωσαν ελάχιστα θραύσματα αγγείων από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού μέχρι την Κλασική περίοδο.

Το 2016 η «Τράπεζα Νέου Ρυσίου – Καρδίας» ξεκίνησε να ανασκάπτεται συστηματικά. Ύστερα από χρονοβόρα αλλά απαραίτητη αποψίλωση από την κατά τόπους πυκνή θαμνώδη βλάστηση, η θέση ερευνήθηκε επιφανειακά σε όλη της την έκταση και αμέσως μετά ξεκίνησε η διενέργεια ανασκαφικών τομών. Μέχρι σήμερα έχουν ανασκαφεί τέσσερα σημεία στην «Άνω» και ένα στην «Κάτω Τράπεζα». Η συνολικά ερευνημένη έκταση είναι ακόμα μικρή, αλλά ικανή να οδηγήσει στην εξαγωγή ορισμένων πρώτων βασικών συμπερασμάτων. Και αυτό διότι τα τέσσερα ανεσκαμμένα σημεία της «Άνω Τράπεζας» απλώνονται σε όλη της την έκταση, στο βόρειο και το νότιο άκρο της και σε δύο εκτεταμένους ενδιάμεσους χώρους.

Προκύπτει λοιπόν με βεβαιότητα ότι η θέση φιλοξενούσε έναν οικισμό, και όχι μια απλή, για παράδειγμα στρατιωτική, εγκατάσταση. Έναν οικισμό που διέθετε οικοδομήματα με διάφορα δωμάτια, καθώς και δρόμους που διασταυρώνονταν μεταξύ τους χωρίζοντας τον οικισμό σε οικοδομικά τετράγωνα. Το πρωταρχικό υλικό δόμησης ήταν αναμφίβολα η πέτρα, προερχόμενη από την περιοχή, ενδεχομένως και από τις πλαγιές της ίδιας της «τράπεζας». Λίθοι διαφόρων μεγεθών εμφανίζονται σε αφθονία σε όλη την έκταση της ανασκαφής και ήδη από την πρώτη, επιφανειακή στρώση των τομών. Οι περισσότεροι λιθόκτιστοι τοίχοι που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα σώζονται σε ένα μέσο ύψος μισού μέτρου, όσο δηλαδή είναι περίπου και το μέσο πάχος τους. Εσωτερικά, τα δωμάτια ορίζονται από τοίχους διαστάσεων 2-2,50 μέτρων, που σε ορισμένες περιπτώσεις όμως μπορεί να φθάνουν και τα 4 μέτρα, ενώ στις στέγες τους πιθανότατα κυριαρχούσαν κλαδιά, καλάμια ή άχυρα, και πάντως υλικά που φθείρονται με τον χρόνο.

Η χρονολόγηση της χρήσης της «τράπεζας» προκύπτει από τα κινητά της ευρήματα, και συγκεκριμένα από τις διάφορες κατηγορίες της κεραμικής (χειροποίητης και τροχήλατης, αβαφούς, μονόχρωμης, τεφρής, ωοκέλυφης, αλλά και με διακόσμηση, που μπορεί να είναι γεωμετρική,ταινιωτή, ανάγλυφη, επίθετη ή εγχάρακτη). Πρόκειται κατά κανόνα για αγγεία τοπικών εργαστηρίων. Τα εισηγμένα αγγεία είναι λίγα και προέρχονται κυρίως από την ανατολική Ελλάδα, την Αττική και την Κόρινθο. Η κεραμική αυτή στη συντριπτική της πλειονότητα ανήκει στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου και την Αρχαϊκή Εποχή, και συγκεκριμένα κυρίως μεταξύ του 10ου και του 6ου αιώνα π.Χ. Αντιπροσωπεύεται επίσης, με πολύ μικρότερη ποσότητα ευρημάτων, και η Ύστερη Εποχή Χαλκού (1600-1100 π.Χ.), ενώ τα θραύσματα αγγείων κλασικής και ελληνιστικής περιόδου (δηλαδή από τον 5ο αιώνα π.Χ. και μετά) δύσκολα φθάνουν διψήφιο αριθμό, γεγονός που υποδεικνύει εγκατάλειψη του οικισμού τον 6ο αιώνα π.Χ. Αρκετές από αυτές τις κατηγορίες κεραμικής τις συναντούμε σε διάφορες θέσεις στην κεντρική Μακεδονία και κατά μήκος της κοιλάδας του Αξιού. Έχουν βρεθεί επίσης πήλινα, λίθινα και σιδερένια αντικείμενα και εργαλεία, όπως πολλά υφαντικά βάρη, χάλκινα κοσμήματα, τμήματα πλίνθων και κεράμων, οστά και όστρεα, που μαρτυρούν διάφορες δραστηριότητες των κατοίκων και την ύπαρξη εργαστηριακών χώρων.

Παραμένουν βέβαια, όπως είναι φυσικό, και αρκετά σημαντικά ερωτήματα, εκτός από εκείνο της μορφολογίας της «τράπεζας». Για παράδειγμα, γιατί μια θέση με τέτοια στρατηγική σημασία, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, εγκαταλείφθηκε τόσο νωρίς και δεν ξανακατοικήθηκε ποτέ. Όπως επίσης και ποιες ήταν οι αιτίες εγκατάλειψης της θέσης, ένα ερώτημα που θα μπορούσε να συνδέεται και με την ταυτότητα των κατοίκων της. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, οι Μακεδόνες, επεκτεινόμενοι από τον πυρήνα του βασιλείου τους στις Αιγές προς τα δυτικά, και εκτοπίζοντας σταδιακά τους Θράκες, πέρασαν τον Αξιό ποταμό περί τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Επομένως, οι κάτοικοι της «τράπεζας» στο Νέο Ρύσιο ανήκαν κατά πάσα πιθανότητα σε θρακικά φύλα. Η χρονική σύμπτωση της εγκατάλειψης της θέσης τον 6ο αιώνα π.Χ., όπως προκύπτει από τα μέχρι στιγμής αρχαιολογικά δεδομένα, με την ιστορική αυτή μεταβολή είναι αναμφισβήτητα αξιοσημείωτη.

Η συνέχιση της ανασκαφής, σε συνδυασμό και με τα αποτελέσματα ερευνών σε γειτονικές θέσεις, αναμένεται να ρίξει περισσότερο φως σε αυτά και άλλα ζητήματα ιδιαίτερα σημαντικά για την έρευνα της ευρύτερης περιοχής στις συγκεκριμένες περιόδους της ιστορίας. Γύρω από τη Θεσσαλονίκη, ανάμεσα στον Αξιό, τον Χορτιάτη και το νότιο τμήμα του κορμού της Χαλκιδικής, έχουν εντοπιστεί 94 θέσεις που φιλοξενούσαν αρχαίες εγκαταστάσεις, είτε οικισμούς είτε στρατιωτικές ή λιμενικές είτε άλλες εγκαταστάσεις. Μέχρι σήμερα, από τις 94 αυτές θέσεις, ανασκαφές έχουν γίνει σε περίπου 10, ενώ σε περίπου 20 έχουν γίνει απλά ορισμένες σωστικές ανασκαφές ή δοκιμαστικές τομές. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανασκαφή στην «Τράπεζα Νέου Ρυσίου – Καρδίας» αποτελεί σήμερα ουσιαστικά τη μόνη ενεργή συστηματική και παράλληλα εκπαιδευτική ανασκαφή στην ευρύτερη περιοχή νότια-νοτιοανατολικά της Θεσσαλονίκης. Μετά το τέλος των εργασιών στο πεδίο, που λαμβάνουν χώρα κατά το καλοκαίρι, τα ευρήματα μεταφέρονται σε ειδικούς χώρους όπου καθαρίζονται, φωτογραφίζονται, συντηρούνται και καταγράφονται, πάντα με τη συμμετοχή φοιτητών, με τελικό στόχο τη μελέτη και δημοσίευσή τους.

Το πλήρες υλικό γύρω από την ανασκαφή υπάρχει στην ιστοσελίδα της ανασκαφής: