Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα είναι συμπατριώτης μας. Και αυτό, ο ίδιος o Τζορτζ Τσούνης το τονίζει σε κάθε του βήμα, σε κάθε του συνομιλία, σε κάθε του δήλωση. Δεν είναι τυχαίο ότι από την πρώτη ημέρα που έφτασε στην Αθήνα με την ιδιότητα του πρέσβη δεν έχει κάνει ούτε μία φορά δήλωση που να μην περιέχει μια ελληνική λέξη και μια καλή κουβέντα για την Ελλάδα.
«Οι καλύτερες ημέρες της Ελλάδας είναι μπροστά», είναι μια από τις αγαπημένες του φράσεις. Αλλά και επί της ουσίας οι δηλώσεις του στέλνουν πάντα το μήνυμα ότι η Ελλάδαδιαδραματίζει ηγετικό ρόλο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ως στρατιωτικός και ενεργειακός κόμβος, ως κέντρο οικονομικής ανάπτυξης και επενδύσεων και ως μια δύναμη σταθεροποίησης της περιοχής.
Μάλιστα επισημαίνει ότι η χώρα μαςέχει διανύσει μια μεγάλη απόσταση με την οικονομική κρίση και χαιρετίζει διαρκώςτο πνεύμα των Ελλήνων, την ανθεκτικότητά τους. «Ποτέ μην ξεγράφεις την Ελλάδα», λέει σταθερά στους ξένους συνομιλητές του. Για αυτό, άλλωστε, καιοι Έλληνες πολίτες τον αγκάλιασαν αμέσως και είναι μια παρουσία που είναι αναγνωρίσιμη όταν κινείται ανά την Ελλάδα.
Μετανάστης δεύτερης γενιάς, με γονείς από την ορεινή Ναυπακτία, ο Τζορτζ Τσούνης μεγάλωσε στην ελληνική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Η ελληνική του μόρφωση ξεκίνησε από νωρίς, παρακολούθησε το ελληνικό σχολείο, συμμετείχε στην ελληνική παρέλαση που γίνεται κάθε χρόνο για την 25η Μαρτίου στην 5η Λεωφόρο του Μανχάταν και ήταν ενεργό μέλος της κοινότητας της Αγίας Παρασκευής.
Αυτή τη στενή σχέση με την Εκκλησία και την ελληνοαμερικανική κοινότητα τη διατήρησε καθ’όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, καθώς είναι μέλος του Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου της Ελληνορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αμερικής, του Faith and Leadership 100, του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC) και της Ελληνικής Πρωτοβουλίας (THI).
«Είμαι 54 χρόνων και στην Ελλάδα γεννήθηκαν οι γονείς μου, εδώ είναι οι ρίζες μου. Εδώ έχω οικογένεια, από εδώ ήρθαμε. Είναι κάπου που πάντοτε θα είναι “σπίτι για μένα”. Της γυναίκας μου, ήρθε από τα δικά μας μέρη, από την ορεινή Ναύπακτο. Τα ελληνικά της Όλγας είναι καλύτερα από τα δικά μου». «Τα παιδιά μου μεγάλωσαν στην Ελλάδα. Κάθε καλοκαίρι τα έφερνα εδώ. Είχαν πάντοτε ένα πόδι στην Αμερική και ένα στην Ελλάδα»,έλεγε σε πρόσφατη συνέντευξή του.
Τα καλοκαίρια στη Ναύπακτο, η λαμπρή επιχειρηματική καριέρα και τα μπιφτέκια στον Πλάτανο
Στο σπίτι που μεγάλωσε μιλούσαν πάντα ελληνικά και όταν ήταν τεσσάρων ετών και πήγε στο σχολείο, το πρόβλημά του ήταν ότι δεν μιλούσε πολύ καλά αγγλικά. Η ενορία του όμως, η Αγία Παρασκευή, είχε ελληνικό σχολείο.Δευτέρα με Παρασκευή, λοιπόν, μάθαινε τα αγγλικά, Σάββατα πήγαινε σε ελληνικό σχολείο και την Κυριακή στην εκκλησία.«Θυμάμαι, είπα στη μάνα μου, “δεν μπορώ να κάτσω μια μέρα να κοιμηθώ λίγο παραπάνω;” και μου απάντησε, “μια μέρα θα με ευγνωμονείς που έμαθες ελληνικά”. Τότε δεν καταλάβαινα τι μου έλεγαν, αλλά όταν γίνεις πατέρας το καταλαβαίνεις», έχει πει.
«Όλα αυτά τα χρόνια, η μάνα μου ήθελε τα καλοκαίρια να τα περνάμε στο χωριό. Δεν ήξερα κάτι άλλο. Από το αεροδρόμιο απευθείας στο χωριό. Όταν γύριζα στην Αμερική,πήγαινα στην εκκλησία και με ρωτούσαν οι φίλοι, “από που πήρες αυτό το ωραίο χρώμα;”.Έλεγα, “στη θάλασσα”. Με ρωτούσαν, “μα καλά, πού πήγατε”; Έλεγα,“στην Ελλάδα”. Και μου απαντούσαν, “μα η Ελλάδα έχει θάλασσες;”».Ο κ. Τσούνης ακόμη θυμάται με νοσταλγία τα καλοκαίρια που περνούσε στη Ναυπακτία.Και ας μην είχαν όλες τις ανέσεις.
«Έμαθα τη φτώχεια που μεγάλωσαν οι γονείς μου, όμως, η μάνα μου μού είπε ότι δεν είχαν πολλά χρήματα αλλά είχαν αγάπη και ήταν χαρούμενοι. Έχω περάσει τα πιο όμορφα καλοκαίρια. Έχω ακόμα φίλους από το ’75. Ο Κώστας Έξαρχος, ο Δημήτρης Σομπασάκος. Μέχρι σήμερα, που πηγαίνω στον Πλάτανο, πηγαίνουμε μαζί και θα σ’ το πω, το καλύτερο μπιφτέκι θα το φας στον Πλάτανο».
Με το ελληνικό πείσμα στο αίμα του κατάφερε να γίνει ένας πετυχημένος επιχειρηματίας και να αποκτήσει μεγάλη εμπειρίαστον κλάδο της τουριστικής βιομηχανίας, καθώς είναι ο ιδρυτής και εκτελεστικός διευθυντής του ξενοδοχειακού ομίλου ChartwellHotels. Η συγκεκριμένη εταιρεία έχει ισχυρή παρουσία σε όλες τις βορειοανατολικές πολιτείες και συνεργάζεται με σημαντικά ονόματα του χώρου, όπως «Hilton», «Marriott» και «Intercontinental».
Σπούδασε νομική στο St. John’sUniversity και αμέσως μετά τις σπουδές του, εργάστηκε στη μεγαλύτερη νομική εταιρεία του ΛονγκΆιλαντ, μέχρι και να τοποθετηθεί πρέσβης στην Ελλάδαμε τη γυναίκα του Όλγα και τα τρία παιδιά τους.
Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Δημήτριος τονέχειπαρασημοφορήσει με το Μετάλλιο του Αγίου Παύλου, την υψηλότερη αναγνώριση που απονέμει η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής.
Επίσης, έχει λάβει το βραβείο «Justice for Cyprus» της Ομοσπονδίας Κυπριακών Αμερικανικών Οργανισμών, που του απονεμήθηκε από τον πρώην Πρόεδρο της Κύπρου, Δημήτρη Χριστόφια, καθώς και το βραβείο Athens-Wishner που απονέμει από κοινού η Αμερικανοεβραϊκή Επιτροπή (AJC) και το Συμβούλιο Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC).
Ο Αμερικανός πρέσβης δεν κρύβει ότι είναι Δημοκρατικός. Στις προεδρικές εκλογές του 2012 είχε διατελέσει πρόεδρος των «Ελληνοαμερικανών για τους Ομπάμα-Μπάιντεν».
Ακόμη και σήμερα διατηρεί στενές σχέσεις τόσο με τον Αμερικανό πρόεδρο όσο και με τον πρόεδρο της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας Ρόμπερτ Μενέντεζ. Η πρόσφατη πετυχημένη επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν στην Αθήνα έχει και τη δική του σφραγίδα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL




