Ο δημοφιλής ηθοποιός μιλάει στην «Κ» για το ανατρεπτικό έργο του Ρομπέρ Τομά «Παγίδα» που
επιστρέφει στο θέατρο Αριστοτέλειον
Συνέντευξη στην Αγγελική Κριαρίδου
Ο ευρέως γνωστός ηθοποιός από το ρόλο του Ηλία στην τηλεοπτική σειρά «Μην αρχίζεις την
μουρμούρα» αλλά και από την πολυετή πορεία του στο θέατρο, την τηλεόραση και τον
κινηματογράφο, Βλαδίμηρος Κυριακίδης, παραχώρησε συνέντευξη στην Karfitsa με αφορμή τη
συμμετοχή του στο έργο του Ρομπέρ Τομά, «Παγίδα», στο οποίο πρωταγωνιστεί. Ο ηθοποιός, μεταξύ
άλλων αναφέρθηκε στις αναμνήσεις που ανακαλεί με τον ερχομό του στην πατρίδα του, τη
Θεσσαλονίκη, ενώ μίλησε και για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε δημιουργώντας τον δικό του θίασο.
Παράλληλα, αποκάλυψε πως η πετυχημένη τηλεοπτική σειρά «Μην αρχίζεις την μουρμούρα» θα
συνεχιστεί για 10 η συνεχή χρονιά και αναφέρθηκε σε όλα αυτά που του προσφέρει κάθε κλάδος της
υποκριτικής.
Επιστρέφετε στη Θεσσαλονίκη, στην πόλη όπου γεννηθήκατε και μεγαλώσατε. Ποιες είναι οι πρώτες αναμνήσεις που έρχονται στο μυαλό σας;
Κάθε φορά που έρχομαι στη Θεσσαλονίκη το πρώτο που έρχεται στο μυαλό μου είναι η γειτονιά μου η
Χαριλάου, δίπλα στο γήπεδο του Άρη, δίπλα στο 15ο δημοτικό σχολείο που τελείωσα κι εγώ, απέναντι
ακριβώς από το καμπαναριό της Οσίας Ξένης της καινούριας, στην οδό Αντωνίου Δανιόλου. Εκεί ζούσα, εκεί μεγάλωσα, εκεί γαλουχήθηκα και εκεί έμενα τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής μου
δραστηριότητας που ήταν στη Θεσσαλονίκη με τη Πειραματική Σκηνής τη Τέχνης. Αυτή η γειτονιά όπως ήταν τότε μου έρχεται πάντα στο μυαλό.
Όταν αποφασίσατε να δημιουργήσετε τον δικό σας θίασο ήταν ρίσκο αυτό για εσάς;
Ήταν από τα μεγαλύτερα ρίσκα που πήρα στη ζωή μου. Αυτό συνέβη το 1998, όταν αποφάσισα να
δημιουργήσω τη δική μου στέγη, το θέατρο «Ριάλτο» στην Κυψέλη και εκεί να γίνω και παραγωγός του εαυτού μου. Πιστεύω ότι καλά έκανα όσο κι αν ρίσκαρα γιατί έτσι μόνο μπόρεσα να εξελιχθώ σε όλα τα επίπεδα της δουλειάς μου, που πραγματικά το να είσαι παραγωγός του εαυτού σου δεν είναι και τόσο εύκολο, όταν μπορεί ο παραγωγός να διαφωνεί με τον καλλιτέχνη. Εγώ τα συνδύαζα και τα δύο.
Ποιες άλλες δυσκολίες αντιμετωπίσατε;
Δυσκολίες καθαρά οικονομικές. Έτσι και αλλιώς το θέατρο είναι ένα πολύ μεγάλο στοίχημα που βάζεις.
Ποτέ δεν ξέρεις αν θα ανεβάσεις μια παράσταση και αν πάει ή δεν πάει καλά. Αυτές ήταν οι
περισσότερες και μάλλον οι μόνες δυσκολίες που αντιμετώπισα γιατί οι σχέσεις μου με τους ηθοποιούς
και τους συνεργάτες μου ήταν άψογες πάντα.

Συνεχίζετε για 9η χρονιά στο «Μην αρχίζεις τη Μουρμούρα». Τι είναι αυτό που κρατά την αγάπη του
κοινού όλα αυτά τα χρόνια;
Καταρχάς ότι είναι αυτοτελή τα επεισόδια. Ακούγεται λίγο πεζό αυτό, αλλά πραγματικά το κοινό το
αγαπάει το αυτοτελές επεισόδιο. Από την άλλη οι πολυγραφότατοι συγγραφείς μας, οι οποίοι δεν
έχουν χάσει τη φαντασία τους εδώ και 9 χρόνια και πραγματικά αν δεν έχεις καλό σενάριο δεν μπορείς να προχωρήσεις, όσο καλός ηθοποιός κι αν είσαι. Οφείλουμε λοιπόν στους συγγραφείς μας πάρα πολλά αλλά και στην παραγωγή και στους συνεργάτες και στους ηθοποιούς. «Παντρευτήκαμε» γύρω στους 15- 25 νέους ανθρώπους σε αυτή τη σειρά και κατορθώσαμε το ακατόρθωτο, να πάμε για 10η χρονιά.
Που νιώθετε ότι ανήκετε περισσότερο στην τηλεόραση ή στο θέατρο;
Βάζοντας και τον κινηματογράφο μέσα είναι τρεις διαφορετικές διαδικασίες ηθοποιού. Στο
κινηματογράφο μαθαίνεις να γίνεσαι εσωτερικός ηθοποιός και να κρατάς κρυφά τα συναισθήματα και
να τα απορροφά και να τα καταγράφει η κάμερα. Στο θέατρο μαθαίνεις να γίνεσαι πιο εξωστρεφής
γιατί έχεις να καλύψεις μια ολόκληρη πλατεία και πόσες χιλιάδες μάτια που σε βλέπουν ζωντανά επί
σκηνής. Στην τηλεόραση μαθαίνεις να κρατάς συνέπεια του χαρακτήρα σε βάθος χρόνου. Φανταστείτε
για 9 χρόνια, εγώ με τον ρόλο που έχω επωμιστεί τι συνέπεια πρέπει να κρατώ. Είναι τρεις
διαφορετικές διαδικασίες, τρεις διαφορετικές τεχνικές που η μία υποστηρίζει την άλλη. Θα έμενα στο
θέατρο μόνο και μόνο για τους συγγραφείς διοτί στο παγκόσμιο ρεπερτόριο είναι «ογκόλιθοι». Δεν
υπάρχουν αντίστοιχοι στην τηλεόραση ούτε στον κινηματογράφο. Μην ξεχνάτε ότι ο κινηματογράφος
και η τηλεόραση είναι η απεικόνιση της ζωής , ενώ το θέατρο ο αντίλαλος της ζωής. Η τέχνη του
θεάτρου και η τέχνη του ηθοποιού του θεάτρου είναι θνησιγενής. Την ώρα που γεννιέται κάτι,
πεθαίνει αυτόματα. Δεν γίνεται το θέατρο για μουσειακούς λόγους. Αλλά είναι τόσο ζωντανό και
φρέσκο που με το που δημιουργείς κάτι, πεθαίνει το επόμενο δευτερόλεπτο για να γεννηθεί το
επόμενο. Είναι ζωντανός οργανισμός, δεν καταγράφεται πουθενά και αυτή είναι η μαγεία του θεάτρου.
Τί είναι αυτό που κάνει ανατρεπτική την «Παγίδα» και ποιος ο ρόλος σας σε αυτήν;
Ανατρεπτική την καθιστά το φινάλε του έργου που πραγματικά βρίσκεται στην τελευταία σελίδα του
έργου. Ανατρεπτικό το έργο το καθιστά ο ίδιος ο συγγραφέας, ο Ρομπέρ Τομά. Πραγματικά σε αυτό το
έργο, όπως χαρακτηριστικά λέω, είχε πολλά «κέφια». Είχε γράψει κάτι πάρα πολύ δύσκολο. Είναι πολύ
δύσκολο έργο. Δεν είναι από τα απλά, διότι κανείς δεν είναι αυτό που φαίνεται. Άρα οι ηθοποιοί
υποκρίνονται κάτι άλλο την ώρα που παίζουν. Όλοι κρύβουν πολλά και καλά μυστικά. Αυτό αυτομάτως δυσκολεύει το έργο του ηθοποιού γιατί λειτουργεί δισυπόστατα. Μέσα του υπάρχει ένας άλλος εαυτός και προς τα έξω δείχνει έναν άλλο. Αυτό και μόνο του, δίνει ένα βατήρα έρευνας στους ηθοποιούς. Πραγματικά είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των ηθοποιών και για τους έξι χαρακτήρες της παράστασης. Από την άλλη είναι και η πλοκή του από την αρχή. «Πετάει» ένα στοιχείο στην «αρένα» – όπως χαρακτηριστικά λέμε την σκηνή- ότι «έχω χάσει τη γυναίκα μου, αλλά αυτή που έρχεται δεν είναι η γυναίκα μου». Από εκεί ξεκινούν όλα. Επιστρέφει η γυναίκα μου, χωρίς να είναι η γυναίκα μου και προσπαθεί ο ίδιος ο ηθοποιός και ο χαρακτήρας και ο θεατής να λύσουν το μυστήριο «Ποια είναι αυτή που μπήκε μέσα;».
Info: «Η Παγίδα» στο Θέατρο Αριστοτέλειον από 1 έως 16 Απριλίου



