, Παρασκευή
02 Δεκεμβρίου 2022

Η άνοδος της ακροδεξιάς και η ευθύνη των ευρωπαϊκών ηγεσιών

Σφίχτηκε, διαβάζουμε, το στομάχι της ευρωπαϊκής ηγεσίας από την εκλογική νίκη της Μελόνι. Ας το δεχτούμε. Δεν αιφνιδιάστηκε πάντως. Ή, τουλάχιστον, είχε και άλλες, ικανές αφορμές για να αναστοχαστεί.

Τίποτα ωστόσο δεν δείχνει ικανό να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του ηγετικού ευρωπαϊκού περιβάλλοντος. Το είδαμε με την εντυπωσιακή ταχύτητα «χελώνας» με την οποία λαμβάνουν θέση έναντι της ενεργειακής κρίσης, που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε απόγνωση.

Η Ιταλία έχει κουλτούρα φασισμού αλλά και πολιτικών πειραμάτων. Σε 77 χρόνια άλλαξε συνολικά 70 κυβερνήσεις. Αυτό ωστόσο δεν αμβλύνει τις εύλογες ανησυχίες για την επικράτηση της Μελόνι και τη διαφαινόμενη ανάληψη των πρωθυπουργικών καθηκόντων της τρίτης πιο μεγάλης οικονομίας της ΕΕ και της χώρας με το υψηλότερο χρέος στη Γηραιά Ήπειρο.

Ακόμα και αν δεν μακροημερεύσει -ενδεχόμενο που θεωρείται από πολλούς εξαιρετικά πιθανό λόγω των εσωτερικών προβλημάτων της συμμαχίας και των δυσκολιών στη συγκρότηση συμμαχικής κυβέρνησης- η κυρία Μελόνι δεν είναι πλέον μόνη. Είναι κομμάτι ενός ευρύτερου «μηχανισμού» τον οποίο συντονίζει το ισπανικό φρανκικό κόμμα και έχει άκρες σε κάθε ευρωπαϊκό έδαφος όπου υπάρχουν ακροδεξιές δυνάμεις.

Προφανώς θα περιμένουμε τον σχηματισμό κυβέρνησης -που θα αργήσει- για να δούμε τα πρώτα δείγματα γραφής και κυρίως αν θα επαναληφθεί το κλασικό πολιτικό ρητό «όσα λέγονται προεκλογικά μετεκλογικά μπαίνουν στο συρτάρι». Έχοντας τη δική μας εμπειρία από τις αγορές και τα νταούλια, δεν θα ήταν υπερβολή να προβλέψουμε ότι θα αρχίσουν να παίρνουν την ανηφόρα οι αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων, ενώ αρκετές από τις προεκλογικές απειλές θα μπουν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.

Αυτά είναι περίπου αναμενόμενα. Αυτό που έχει σημασία να απαντηθεί είναι γιατί την ψήφισαν οι Ιταλοί. Γιατί ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους πείστηκε από το σύνθημά της «Το μέλλον ανήκει σε εμάς».

Πρώτα απ’ όλα, λένε οι Ιταλοί αναλυτές, γιατί δεν έχει ασκήσει ποτέ εξουσία, ούτε η ίδια ούτε το κόμμα της, οπότε είναι άφθαρτη. Και κυρίως γιατί οι αντίπαλοί της -τέσσερις πρώην πρωθυπουργοί, σημειωτέον- είχαν ήδη κυβερνήσει και είχαν κουράσει.

Προφανώς το Μεταναστευτικό στην Ιταλία, όπως πρωτίστως στη Σουηδία, είναι σημαντικό πρόβλημα για τις κοινωνίες. Στη γειτονική μας χώρα όμως καταγράφεται εδώ και καιρό μια γενικευμένη κόπωση των πολιτών. Μια απογοήτευση ιδιαίτερα στους νέους που δεν βλέπουν ευοίωνες προοπτικές. Και ένας φόβος για όσα έρχονται.

Δοκίμασε τα παραδοσιακά σχήματα και τους τεχνοκράτες και αποφάσισε τώρα να δώσει μια ευκαιρία στην ακροδεξιά. Και ας είναι επίγονοι του Μουσολίνι.

Έκαναν αντισυστημικό αγώνα, κήρυξαν πολιτισμικό πόλεμο, ιεράρχησαν ψηλά τα ζητήματα της εθνικής ταυτότητας και πέτυχαν τη νίκη. Σε αντίθεση με την Κεντροαριστερά που προέταξε τη μη επιστροφή του φασισμού, την εξωτερική πολιτική και τον πόλεμο στην Ουκρανία (λόγω της συμπάθειας της Μελόνι στον Όρμπαν και των Σαλβίνι – Μπερλουσκόνι στον Πούτιν).

Το κόμμα της Μελόνι ήταν η ύστατη καταφυγή για τους Ιταλούς που ασφυκτιούν από τα οικονομικά προβλήματα και το Μεταναστευτικό.

Ευτυχώς στην Ελλάδα οι μόνοι που έσπευσαν να πανηγυρίσουν τη νίκη της Μελόνι και της ακροδεξιάς είναι τα πρόσωπα που κινούνται στα δεξιά της Δεξιάς της ΝΔ.

Με τα σημερινά δεδομένα η Ελλάδα είναι έως αδύνατο να ζήσει κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει στην Ιταλία. Ο λαϊκισμός όμως καραδοκεί. Ιδιαίτερα σε περιόδους τόσο δύσκολες όσο αυτήν που ζούμε, με την ακρίβεια και την ενεργειακή κρίση να απειλούν να «καταπιούν» ό,τι ξέραμε ως κεκτημένο μέχρι σήμερα.

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κρούσει κατ’ επανάληψη τον κώδωνα του κινδύνου για το υπέδαφος που τρέφει τον λαϊκισμό. Και το έχει επισημάνει όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας αλλά και στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψεως των αποφάσεων.

Το 2023 αναμένονται εκλογές και σε Πολωνία και Ισπανία. Στην πρώτη η νίκη του ακραία συντηρητικού Γιαροσλάβ Κατσίνσκι θεωρείται δεδομένη. Στην Ισπανία το ακροδεξιό VOX του Σαντιάγο Αμπασκάλ αποτελεί αυτήν τη στιγμή την τρίτη δύναμη της χώρας, ενώ για τις επερχόμενες εκλογές αναμένεται να συμμαχήσει με το Λαϊκό Κόμμα.

Το ερώτημα είναι πώς θα διαχειριστεί η ΕΕ τις ανησυχητικές αυτές εξελίξεις. Μπορεί τα ακροδεξιά κόμματα να αλλάζουν τη στάση τους όσον αφορά τις αντιευρωπαϊκές τους απόψεις και να έρχονται κοντά στις Βρυξέλλες, δεν παύουν όμως να αποτελούν απειλή για τη δημοκρατία.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL