Γράφει ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης
Αυτό που πολλοί -ές διατυπώναμε εδώ και αρκετό καιρό για τη σταδιακή δόμηση ενός νέου διπολισμού, με την ευρωατλαντική από τη μια και τη σινορωσική από την άλλη οικονομικοπολιτική συνεύρεση, εκτυλίσσεται και οξύνεται. Στο πλαίσιο αυτής της δομικής, γεωοικονομικής και γεωστρατηγικής αλλαγής η εποχή της «ανέμελης» οικονομικής παγκοσμιοποίησης έχει λήξει.
Η εισβολή των ρωσικών στρατευμάτων στην Ουκρανία είναι προφανώς ένα επεισόδιο «σταθμός» σε αυτό το πλαίσιο, εξέχουσας ιστορικής σημασίας και προκαλεί αναμφίβολα ανθρωπιστική κρίση στην περιοχή αλλά και μεγάλη ανησυχία διεθνώς. Ως τέτοιο έχει σημαντικότατες επιπτώσεις στην περιφερειακή και την παγκόσμια οικονομία, βραχυπρόθεσμες αλλά και δομικού, μακροπρόθεσμου χαρακτήρα.
Ως προς τον άμεσο χρονικό ορίζοντα είναι προφανές ότι μια βασική, αναμενόμενη εξέλιξη αφορά στην περαιτέρω ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων, οι οποίες πρωτογενώς προκαλούνται από την αύξηση του κόστους ενέργειας και τις ασφαλιστικές ανατιμήσεις στο κόστος των μεταφορών εν γένει. Δευτερογενώς βεβαίως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την κερδοσκοπική (σε άλλες εποχές θα την ονομάζαμε «μαυραγορίτικη») συμπεριφορά των ολιγοπωλίων που κυριαρχούν στην αγορά της ενέργειας και των μεταφορών πολλαπλασιάζοντας την τελική αύξηση των τιμών.
Η δεύτερη σημαντική βραχυπρόθεσμη επίπτωση αφορά την ούτως ή άλλως ευάλωτη, διεθνή χρηματοπιστωτική ισορροπία. Όπως έχουμε αναδείξει πολλαπλά, η υπερσυσσώρευση του αναντίκριστου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που κακόμαθε σε παράταιρα υψηλές αποδόσεις, χωρίς να περνά μέσα από τη «βάσανο» της παραγωγής, οδήγησε σε αυτό που ονομάζουμε χρηματοπιστωτική φούσκα. Δεδομένης της αναμφίβολής περαιτέρω ύφεσης της διεθνούς παραγωγής πλούτου, η νευρικότητα των χρηματαγορών στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν την «πραγματική» τοποθέτηση των κεφαλαίων αυξάνει επικίνδυνα. Με τη σειρά της αυτό εντείνει την ανοδική τάση της τιμής του χρυσού (ως η πρώτη εναλλακτική τοποθέτηση) και μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω πληθωριστικές πιέσεις και χρηματοπιστωτικά κραχ.
Από την άλλη βεβαίως υπάρχουν οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, οι οποίες μπορούν να συμπυκνωθούν στις εξής δύο: αφενός, η υπόθεση της παγκόσμιας αγοράς φαίνεται ότι υποχωρεί, τουλάχιστον για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Στη θέση της, η «απελευθέρωση των αγορών» θα περιοριστεί σε συγκεκριμένα οριοθετημένες, μεγάλες αλλά περιφερειακές, εμπορικές και κεφαλαιακές συνενώσεις. Αυτή η εξέλιξη με τη σειρά της θα αναδομήσει τις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής προκαλώντας κινδύνους όπως και ευκαιρίες για τις επιμέρους οικονομίες. Επιπρόσθετα, εκτός της χωρικής, είναι πολύ πιθανή μια δομική, διακλαδική αναδιάρθρωση της παραγωγικής δραστηριότητας, με τις εξοπλιστικές δαπάνες να ενισχύονται σημαντικά.
Η άλλη όψη των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων, απόλυτα συναρτώμενη με τη προαναφερθείσα, είναι η περαιτέρω επιδείνωση των χωρικών και ταξικών, κοινωνικών ανισοτήτων διεθνώς. Η προειδοποίηση του ΟΟΣΑ (μεταξύ πολλών άλλων) για τις δυσμενέστατες κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της βαθαίνουσας ανισοκατανομής του εισοδήματος, είναι δυστυχώς πολύ πιθανό να πέσει στο κενό. Η περιφερειοποίηση των εμπορικών και κεφαλαιακών συναλλαγών και η ενίσχυση των κερδοσκοπικών ολιγοπωλιακών συμπεριφορών συμβάλλουν ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση.
Σε κάθε περίπτωση οι οικονομικές εξελίξεις δεν προκύπτουν ανεξάρτητα, αλλά σε άρρηκτη σύνδεση με τη γεωπολιτική, γεωστρατηγική δυστοπία. Με αυτό σαν κυρίαρχο προβληματισμό και με δεδομένες τις σκοτεινές στιγμές που βιώνουμε, αντί επιλόγου, είναι χρήσιμο να επαναλάβουμε την ευχή η ανθρωπότητα να οδηγηθεί στις υπαρκτές, ειρηνικές, προοδευτικές διεξόδους από αυτήν τη βαθιά, πολύπλευρη, συστημική κρίση, πριν την καταστροφή! Μια ευχή που δεν πρέπει να μείνει ως τέτοια, αλλά να αποτελέσει για όλες -ους μας τον οδηγό των ενεργειών μας.



