Η νέα αμερικανική εκστρατεία οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν φέρνει την Τουρκία μπροστά σε ένα δύσκολο γεωπολιτικό και οικονομικό δίλημμα. Η Ουάσινγκτον έχει περάσει από τις απειλές στην πράξη, εγκαινιάζοντας την «Operation Economic Outcast», με στόχο να περιορίσει τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές οδούς που εξακολουθούν να συνδέουν το Ιράν με τη διεθνή οικονομία.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Άγκυρα είναι τι θα συμβεί εάν η αμερικανική πίεση μετατραπεί σε απαίτηση για ουσιαστικό περιορισμό ή ακόμη και διακοπή των εμπορικών σχέσεων με την Τεχεράνη.
Για την Τουρκία, το Ιράν δεν είναι ένας οποιοσδήποτε εμπορικός εταίρος. Είναι γειτονική χώρα, σημαντικός ενεργειακός προμηθευτής και ένας οικονομικός και γεωπολιτικός παράγοντας με τον οποίο η Άγκυρα διατηρεί εδώ και χρόνια μια πολιτική ισορροπιών.
Η Άγκυρα ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη
Η Τουρκία βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευαίσθητη θέση. Από τη μία πλευρά, παραμένει στρατηγικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών και επιδιώκει τη διατήρηση και εμβάθυνση των σχέσεών της με την Ουάσινγκτον.

Από την άλλη, η γεωγραφία και τα οικονομικά συμφέροντα δεν της επιτρέπουν να αγνοήσει το Ιράν.
Μια απότομη διακοπή των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με την Τεχεράνη θα είχε κόστος για την τουρκική οικονομία, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό πληθωρισμό, ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης και περιορισμένα περιθώρια σε επίπεδο συναλλαγματικών αποθεμάτων.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη λόγω της ενέργειας. Το Ιράν αποτελεί σημαντική πηγή φυσικού αερίου για την Τουρκία και οποιαδήποτε σοβαρή διατάραξη των εισαγωγών θα δημιουργούσε την ανάγκη για άμεση αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα για την Άγκυρα: εάν περιοριστούν οι εισαγωγές από το Ιράν, η Τουρκία θα πρέπει να καλύψει το κενό από άλλες αγορές. Αυτό θα μπορούσε να ενισχύσει την ενεργειακή της εξάρτηση από άλλους προμηθευτές, μεταξύ των οποίων και η Ρωσία, γεγονός που θα δημιουργούσε ένα νέο και εξαιρετικά ευαίσθητο δίλημμα απέναντι στην Ουάσινγκτον.
Το πραγματικό πρόβλημα για την Τουρκία μπορεί να έρθει από τις «δευτερογενείς» κυρώσεις
Η μεγαλύτερη ανησυχία στην Άγκυρα δεν αφορά μόνο τις άμεσες αμερικανικές κυρώσεις κατά ιρανικών εταιρειών ή οργανισμών.
Το πραγματικό ρίσκο βρίσκεται στις λεγόμενες δευτερογενείς κυρώσεις, δηλαδή στην πιθανότητα να βρεθούν στο στόχαστρο εταιρείες, τράπεζες ή εμπορικοί φορείς τρίτων χωρών που συνεχίζουν να συνεργάζονται με το Ιράν.
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι επιδιώκει να περιορίσει τα οικονομικά δίκτυα που επιτρέπουν στην Τεχεράνη να συνεχίζει να πραγματοποιεί διεθνείς συναλλαγές. Στο πλαίσιο της νέας εκστρατείας, η Ουάσινγκτον έχει ήδη προχωρήσει σε μέτρα που αφορούν χρηματοπιστωτικές διαδρομές και πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με μια κατάσταση στην οποία η συνέχιση του εμπορίου με το Ιράν δεν θα αποτελεί απλώς διμερές ζήτημα, αλλά θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τι θα σήμαινε ένα ακραίο σενάριο
Το πιο δύσκολο σενάριο για την Άγκυρα θα ήταν να ζητηθεί από την Τουρκία να εφαρμόσει στην πράξη μια σχεδόν πλήρη οικονομική απομόνωση του Ιράν.
Σε μια τέτοια περίπτωση, το κόστος θα ήταν σημαντικό.

Το διμερές εμπόριο θα δεχόταν ισχυρό πλήγμα, οι ενεργειακές ροές θα μπορούσαν να περιοριστούν και τουρκικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ιρανική αγορά θα έπρεπε να επανεξετάσουν τις κινήσεις τους.
Παράλληλα, θα μπορούσαν να αυξηθούν οι πιέσεις στην τουρκική λίρα, στις τιμές της ενέργειας και στο κόστος εισαγωγών, σε μια οικονομία που παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Για την Άγκυρα, επομένως, μια πλήρης ρήξη με την Τεχεράνη δεν θα ήταν απλώς μια επιλογή εξωτερικής πολιτικής. Θα ήταν απόφαση με άμεσες οικονομικές συνέπειες.
Η Τουρκία δεν έχει συμφέρον να ανοίξει νέο μέτωπο
Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη διάσταση.
Η Τουρκία έχει κάθε λόγο να αποφύγει μια νέα μεγάλη αποσταθεροποίηση στη γειτονιά της. Το Ιράν συνορεύει με την Τουρκία και οποιαδήποτε σοβαρή οικονομική ή πολιτική κατάρρευση στην Τεχεράνη θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές συνέπειες στην περιοχή.
Αύξηση των μεταναστευτικών ροών, προβλήματα στα σύνορα, νέα ενεργειακά προβλήματα και μεγαλύτερη αστάθεια σε Ιράκ, Συρία και ευρύτερη Μέση Ανατολή θα δημιουργούσαν ένα περιβάλλον που η Άγκυρα θα προτιμούσε σαφώς να αποφύγει.
Γι’ αυτό και η τουρκική προσέγγιση αναμένεται να παραμείνει προσεκτική: διατήρηση των σχέσεων με την Ουάσινγκτον, αλλά ταυτόχρονα αποφυγή μιας πλήρους ρήξης με την Τεχεράνη.
Θα ζητήσει ανταλλάγματα από την Ουάσινγκτον;
Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέσουν την Τουρκία να περιορίσει σημαντικά τις οικονομικές σχέσεις της με το Ιράν, είναι πιθανό η Άγκυρα να ζητήσει ανταλλάγματα.
Η τουρκική πλευρά θα μπορούσε να θέσει στο τραπέζι οικονομικές διευκολύνσεις, ενεργειακή στήριξη ή άλλες συμφωνίες που θα περιόριζαν το κόστος μιας τέτοιας απόφασης.
Το προηγούμενο υπάρχει. Η Άγκυρα είχε ζητήσει οικονομική στήριξη από την Ουάσινγκτον κατά την περίοδο πριν από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, όταν οι σχέσεις Τουρκίας και ΗΠΑ βρέθηκαν ξανά αντιμέτωπες με ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα.
Σήμερα, μάλιστα, η Τουρκία έχει ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία για την Ουάσινγκτον, λόγω του ρόλου της στη Συρία, στο Ιράκ, στον Λίβανο και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή.
Πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει η Ουάσινγκτον;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ έχει περιγράψει την εκστρατεία κατά του Ιράν ως μια πρωτοφανή οικονομική επίθεση, με στόχο να κοπούν οι οικονομικές «γραμμές ζωής» της Τεχεράνης.
Ωστόσο, η Ουάσινγκτον γνωρίζει ότι μια πραγματικά καθολική εφαρμογή δευτερογενών κυρώσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρές αναταράξεις και πέρα από το Ιράν.
Η περίπτωση της Τουρκίας είναι χαρακτηριστική. Η πίεση προς την Άγκυρα θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο τις τουρκοϊρανικές σχέσεις, αλλά και την τουρκική οικονομία, την ενεργειακή αγορά και τη σταθερότητα μιας χώρας που εξακολουθεί να θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για την περιφερειακή ασφάλεια.
Το σενάριο που φοβάται περισσότερο η Άγκυρα
Για την Τουρκία, το χειρότερο σενάριο δεν είναι απαραίτητα η επιβολή νέων αμερικανικών κυρώσεων στο Ιράν.
Είναι η μετατροπή της αμερικανικής εκστρατείας σε μια ευρύτερη οικονομική αντιπαράθεση, στην οποία η Άγκυρα θα κληθεί να επιλέξει πλευρά.

Μια τέτοια εξέλιξη θα έφερνε την Τουρκία αντιμέτωπη με ένα δίλημμα που δύσκολα μπορεί να λύσει χωρίς κόστος: να υπακούσει στις αμερικανικές απαιτήσεις και να πληρώσει οικονομικό και ενεργειακό τίμημα ή να διατηρήσει τους δεσμούς της με το Ιράν και να διακινδυνεύσει νέες πιέσεις από την Ουάσινγκτον.
Με τα σημερινά δεδομένα, ένα σενάριο πλήρους οικονομικού αποκλεισμού του Ιράν από την Τουρκία δεν φαίνεται το πιθανότερο. Η Άγκυρα έχει ισχυρά κίνητρα να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους με την Τεχεράνη, ενώ και η Ουάσινγκτον έχει λόγους να μην οδηγήσει έναν κρίσιμο σύμμαχο σε σοβαρή οικονομική αποσταθεροποίηση.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εξαφανιστεί.
Όσο η αμερικανική πίεση αυξάνεται και η Ουάσινγκτον επιχειρεί να περιορίσει κάθε οικονομική «οδό διαφυγής» για το Ιράν, τόσο στενεύει ο χώρος ελιγμών της Τουρκίας.
Και εάν η οικονομική σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν εξελιχθεί σε πραγματικό αποκλεισμό, η Άγκυρα θα βρεθεί πιθανότατα μπροστά σε ένα από τα δυσκολότερα οικονομικά και γεωπολιτικά διλήμματα των τελευταίων ετών.



