, Τετάρτη
22 Μαρτίου 2023

Το πρόβλημα της παγκοσμιοποίησης: Γιατί γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τις χώρες να μειώσουν τους εμπορικούς φραγμούς

Ο αυξανόμενος κατακερματισμός της παγκόσμιας οικονομίας, o οποίος συζητήθηκε στο Νταβός, εξηγείται από την αδυναμία οργάνωσης της σωστής κατανομής του κέρδους από την παγκοσμιοποίηση, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Το 2023, το σύνθημα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός ακουγόταν ως «Συνεργασία σε έναν κατακερματισμένο κόσμο». Η διατύπωση αυτή υποδηλώνει την ασάφεια της τρέχουσας περιόδου. Επιχειρήσεις από διαφορετικές χώρες αναζητούν τρόπους ανάπτυξης και σύγκλισης, αλλά αντιμετωπίζουν πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές συγκρούσεις που εκτυλίσσονται παράλληλα. Υπάρχει σε ένα βαθμό μία οικονομική λογική στο φαινόμενο αυτό. Ο κύριος μοχλός της παγκοσμιοποίησης είναι οι επιχειρήσεις. Αυτές απολαμβάνουν άμεσο όφελος από το εμπόριο και τις διεθνείς επενδύσεις, εξοικονομώντας κόστος και διευρύνοντας την αγορά για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους. Αυτό, με τη σειρά του, εξασφαλίζει την αύξηση της αποτελεσματικότητας της χρήσης όλων των παγκόσμιων πόρων – ανθρώπινου δυναμικού, κεφαλαίου, γης κ.λπ. Και ο κόσμος στο σύνολό του επωφελείται από αυτό. Πώς όμως κατανέμεται αυτό το κέρδος;

Το εμπορικό κύμα

Μιλώντας για την ιστορία της ανάπτυξης των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των χωρών, οι οικονομολόγοι εντοπίζουν πολλά λεγόμενα κύματα της παγκοσμιοποίησης. Το πρώτο ξεκίνησε λίγο περισσότερο από 150 χρόνια πριν, τη δεκαετία του 1860. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο ρυθμός ανάπτυξης του διεθνούς εμπορίου για αρκετούς αιώνες δεν ξεπερνούσε το 1% ετησίως. Αλλά η αρχή της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης ανύψωσε αυτό το ποσοστό στο 4% ετησίως. Η οικονομική ενοποίηση έγινε ακόμη πιο γρήγορα και η κινητικότητα του πληθυσμού έφτασε σε αδιανόητο ρυθμό ακόμη και για σήμερα – περίπου 55 εκατομμύρια άνθρωποι μετακόμισαν από την Ευρώπη στην Αμερική. Σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη των διαδικασιών ολοκλήρωσης σημείωσαν η τεχνολογική πρόοδος, η ανάπτυξη της βιομηχανίας και των μεταφορών, αλλά εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι ένας σημαντικός αριθμός χωρών σε όλο τον κόσμο συμφώνησαν να δέσουν τα νομίσματά τους με το χρυσό, γεγονός που κατέστησε δυνατή την ελαχιστοποίηση των κινδύνων διακυμάνσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών κατά τις εμπορικές συναλλαγές.

Το πρώτο κύμα παγκοσμιοποίησης έληξε με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σύντομη περίοδος μεταξύ των παγκοσμίων πολέμων δεν έφερε σημαντική πρόοδο στην ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, καθώς οι εμπορικοί περιορισμοί έγιναν δημοφιλές εργαλείο για την καταπολέμηση της οικονομικής ύφεσης, πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη συνέχεια στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική. Η δημοτικότητα των εμπορικών περιορισμών απέβη πηγή δασμολογικών πολέμων μεταξύ των κορυφαίων οικονομιών του κόσμου, γεγονός που συνέβαλε στην εξάπλωση και την παράταση της οικονομικής ύφεσης η οποία κατόπιν μετατράπηκε σε Μεγάλη.

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου κάθισαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, στη σειρά των νέων παγκόσμιων θεσμών δημιουργήθηκε η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ/ GATT), στο πλαίσιο της οποίας ξεκίνησε μια συστηματική διαδικασία μείωσης των εμπορικών φραγμών και διαμόρφωσης των βασικών αρχών του πολυμερούς εμπορικού συστήματος, σκοπός των οποίων ήταν η εξασφάλιση ίσης και αμερόληπτης αμφίδρομης πρόσβασης επιχειρήσεων χωρών εταίρων στις αγορές τους. Η μείωση των εμπορικών φραγμών ήταν ένας σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη του εμπορίου στον κόσμο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, γνωστό ως το δεύτερο κύμα της παγκοσμιοποίησης. Και παρόλο που η ανάπτυξη δεν ήταν τόσο γρήγορη όσο στην αρχή του πρώτου κύματος, ήταν ωστόσο σημαντική και σταθερή. Ορισμένοι οικονομολόγοι ξεχωρίζουν επίσης και το τρίτο κύμα της παγκοσμιοποίησης, η αρχή του οποίου αποδίδεται στα τέλη της δεκαετίας του 1990, αν και η δυναμική του παγκόσμιου εμπορίου δεν υποδηλώνει ξεκάθαρα μια αλλαγή στη φύση της διαδικασίας της παγκόσμιας ολοκλήρωσης.

Η εκδίκηση των «χαμένων»

Το τρέχον στάδιο στη δυναμική της παγκοσμιοποίησης συνδέεται με την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-2009, κατόπιν της οποίας συνέβη κάτι που δεν είχε παρατηρηθεί τις προηγούμενες έξι δεκαετίες – ο ρυθμός ανάπτυξης του εμπορίου μειώθηκε και εξισώθηκε με το ρυθμό αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ. Πρόσθετα πλήγματα στην παγκοσμιοποίηση προκλήθηκαν από το Brexit, την πολιτική των ΗΠΑ κατά την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, την πανδημία και, τέλος, τη ρωσική «ειδική επιχείρηση» στην Ουκρανία με επακόλουθες κυρώσεις κατά της Ρωσίας.

Η κρίση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που προέκυψε από τη Γενική Συμφωνία, αλλά απέτυχε να οικοδομήσει μια διαδικασία αναζήτησης συμβιβασμών μεταξύ των μελών του οργανισμού για την επίτευξη σημαντικών αποτελεσμάτων για την παγκόσμια ανάπτυξη, επίσης δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων. Η αποτυχία των πρώτων εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ντόχα που διαρκεί εδώ 20 χρόνια, καταδεικνύει ξεκάθαρα την ύπαρξη παγκόσμιου ελλείμματος διαπραγματευσιμότητας. Πρόβλημα αποτελεί η κατανομή των κερδών από την παγκοσμιοποίηση. Αυτή τη στιγμή αναμφίβολα όλες οι χώρες επωφελούνται από την ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων. Όμως μακροπρόθεσμα η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής: ο σχηματισμός σημαντικών κερδών από το εμπόριο σε συνθήκες μη ανεπτυγμένων θεσμών της αγοράς και της δημόσιας διοίκησης μπορεί να λειτουργήσει ενάντια στη βιώσιμη προοδευτική ανάπτυξη της χώρας, ρίχνοντάς την χρόνια και δεκαετίες πίσω. Όπως και το κέρδος της χώρας στο σύνολό της από την παγκοσμιοποίηση δεν σημαίνει ότι κερδίζει ο καθένας από τους πολίτες της. Επιπλέον, μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι μέρος του πληθυσμού θα χάσει από την παγκοσμιοποίηση. Και εάν, παράλληλα με την αυξανόμενη συμμετοχή της χώρας στην παγκόσμια οικονομία, δεν οικοδομηθεί η διαδικασία αποτελεσματικής αναδιανομής των κερδών υπέρ των «χαμένων», τότε η δυσαρέσκεια για την παγκοσμιοποίηση θα συσσωρευτεί και, ως αποτέλεσμα, θα φέρει αναπόφευκτα σε πολιτική συνέπειες, που είτε θα λέγεται Brexit, είτε θα είναι η έλευση στην εξουσία ενός προέδρου με ενεργή πολιτική προστατευτισμού, είτε θα εξελιχθεί σε στρατιωτική σύγκρουση.

Κατά κάποιον τρόπο τα καλά νέα είναι ότι οι απώλειες των οικονομιών που προκλήθηκαν από την αποπαγκοσμιοποίηση θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν ένα νέο κύμα παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, οι χώρες θα πρέπει να πληρώσουν το τίμημα αυτό με την οικονομική ανάπτυξη, ενώ οι πολίτες με τα εισοδήματά τους, τις προοπτικές για έναν ευήμερο βίο ή και ακόμη και με τις ζωές τους. Η ίδια ανακατανομή των κερδών, τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, θα είχε συνδράμει στην αποφυγή ζημιών. Αλλά αυτό με τα σημερινά δεδομένα θα ήταν εφικτό πιο πολύ στη θεωρία. Στην πράξη, οι πολιτικοί δεν είναι πάντα σε θέση να λαμβάνουν δύσκολες αποφάσεις την κατάλληλη στιγμή. Ως εκ τούτου, πιθανότατα, η ταλάντευση της παγκοσμιοποίησης θα συνεχίσει την κίνησή της.