Η έντονη αποδοκιμασία που εξέφρασε ο γερουσιαστής Ρόμπερτ Μενέντεζ για την πρόθεση της Τουρκίας να προμηθευθεί νέα συστοιχία πυραύλων S-400 από τη Ρωσία επαναφέρει στους κύκλους του ΝΑΤΟ το καυτό ερώτημα «ποιος είναι τελικά ο ρόλος της Τουρκίας στην Ατλαντική Συμμαχία;».
Της: ΕΛΛΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Το θέμα έχει πολλαπλές διαστάσεις.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας επισήμανε ότι με μια τέτοια απόφαση η Τουρκία παραβιάζει και πάλι τον νόμο για την αντιμετώπιση των αντιπάλων της Αμερικής μέσω κυρώσεων. Είναι ο αμερικανικός νόμος πάνω στον οποίο στηρίχθηκαν οι πρώτες κυρώσεις των ΗΠΑ στην Τουρκία για την αγορά της πρώτης συστοιχίας S-400.
Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έθεσε το ζήτημα σε πιο διευρυμένη βάση, επισημαίνοντας: «Δεδομένης της βάναυσης και αδικαιολόγητης συνεχιζόμενης εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, τώρα περισσότερο από ποτέ προτρέπουμε όλες τις χώρες να αποφύγουν τις συναλλαγές με τον αμυντικό τομέα της Ρωσίας, που τις θέτει σε κίνδυνο κυρώσεων».
Με τον τρόπο αυτό έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα στην Τουρκία ότι με τη στάση της παραβιάζει και την κοινή αντιμετώπιση που έχει το ΝΑΤΟ έναντι της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Μάλιστα, σε ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών ξεκαθάρισε ότι δεν ζητούν απλώς να μην υπάρξει νέα προμήθεια αλλά να εγκαταλείψει η Τουρκία πλήρως τους S-400 που κατέχει.
Η τρίτη διάσταση της κίνησης που κάνει η Τουρκία είναι η αποδοχή της άποψης ότι η Άγκυρα, αν και μέλος της συγκεκριμένης συμμαχίας, ασκεί δική της πολιτική. Στάση που είναι ικανή να δημιουργήσει ρωγμές στο ΝΑΤΟ, αν δεν υπάρξει παραδειγματική τιμωρία μιας χώρας που αγνοεί τις ομόφωνες αποφάσεις των Συμμάχων και παραβιάζει και τη δική της υπογραφή.
Η ανησυχία των ΗΠΑ σύμφωνα με την άποψη στρατιωτικών αναλυτών είναι εύλογη, μιας και η Μόσχα μέσω των S-400 θα μπορούσε να ασκήσει κατασκοπεία στο ΝΑΤΟ, κυρίως σε ό,τι αφορά τα υπερσύγχρονα μαχητικά F-35, την πώληση των οποίων οι ΗΠΑ μπλόκαραν.
Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από μερικούς μήνες το αμερικανικό ΥΠΕΞ είχε επισημάνει ότι «η αγορά του συστήματος S-400 από την Τουρκία θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της στρατιωτικής τεχνολογίας και του προσωπικού των ΗΠΑ και των Συμμάχων, υπονομεύοντας τη συνοχή και τη διαλειτουργικότητα του ΝΑΤΟ».
Ο Ερντογάν όχι μόνο αγνοεί τις προειδοποιήσεις των συμμάχων του, αλλά υποστηρίζει ότι θα χρησιμοποιήσει τους ρωσικούς πυραύλους από τη στιγμή που οι ΗΠΑ δεν του δίνουν άλλα συστήματα. Και αδιαφορώντας για τις συνέπειες, ενισχύει τη συνεργασία του με τη Ρωσία.
Δεν είναι τυχαίο ότι την περίοδο που η Δύση έχει εφαρμόσει ισχυρές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, βάζοντας φρένο σε κάθε οικονομική δραστηριότητα, η Άγκυρα αναδεικνύεται σε ισχυρό οικονομικό σύμμαχο της Μόσχας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποκάλυψε η «Political», το εμπόριο μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας την περίοδο των κυρώσεων της Δύσης σε βάρος της Μόσχας έχει εκτιναχθεί, με τις τουρκικές εξαγωγές στη Ρωσία να αγγίζουν τα 2,91 δισ. δολάρια το πρώτο εξάμηνο του 2022. Και φυσικά δεν μιλάμε για τις ορδές Ρώσων τουριστών που ενισχύουν την οικονομία της Τουρκίας, ούτε για τα 3 δισ.δολ. της κρατικής ρωσικής πυρηνικής εταιρείας Rosatom, που μετέφερε ζεστό χρήμα σε τουρκική θυγατρική της για τα κατασκευαστικά έργα που έχει αναλάβει.
Παράλληλα, με δέλεαρ την απόκτηση τουρκικού διαβατηρίου, μόνον τον περασμένο Ιούλιο Ρώσοι αγόρασαν πάνω από 1.000 ακίνητα στην Τουρκία, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της χώρας, αριθμός που αντιστοιχεί σε ποσοστό άνω του 25% του συνόλου των ξένων αγοραστών κατοικιών στην Τουρκία.
Όλες αυτές οι κινήσεις της Τουρκίας ξεφεύγουν από τη λογική του «άτακτου παιδιού». Στην πραγματικότητα, με την πολιτική του ο Ερντογάν υπονομεύει την ενότητα του δυτικού κόσμου και του ΝΑΤΟ.
Είναι κατανοητό ότι η γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας την καθιστά πολύτιμο μέλος του ΝΑΤΟ. Ωστόσο φαίνεται ότι ήρθε η ώρα που το ίδιο το ΝΑΤΟ θα πρέπει να αποφασίσει αν θέλει έναν δούρειο ίππο μέσα στους κόλπους του, αλλά και να αναλογιστεί για πόσο τα μέλη του θα συνεχίσουν να ανέχονται την πολιτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών, που ενδεχομένως να οδηγήσει σε ρήξεις, σε μια κρίσιμη για την παγκόσμια ειρήνη περίοδο.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL


