Δύο ανοιχτά μέτωπα κυριαρχούν στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης: η χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών πολιτικών για την περίοδο 2028–2034 και η αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους
Οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν μεγάλες, ενώ η παρέμβαση του Εμανουέλ Μακρόν προσθέτει χρονική πίεση στις διαπραγματεύσεις.
Σύμφωνα με το Politico, ο Γάλλος πρόεδρος ξεκαθάρισε στους ομολόγους του ότι η συμφωνία για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό πρέπει να κλείσει μέχρι το τέλος του 2026. Τέσσερις Ευρωπαίοι διπλωμάτες ανέφεραν ότι συνέδεσε τη θέση του με τις γαλλικές προεδρικές εκλογές της άνοιξης του 2027, εξηγώντας πως από τον Ιανουάριο θα περιοριστεί το πολιτικό περιθώριο ανάληψης σχετικών δεσμεύσεων.


Υπό αυτές τις συνθήκες, η Σύνοδος του Δεκεμβρίου αποκτά καθοριστική σημασία για την επίτευξη συμβιβασμού.
Ο προϋπολογισμός που δεν ικανοποιεί τις δύο πλευρές
Η πρόταση της ιρλανδικής προεδρίας για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο ανέρχεται σε 1,622 τρισ. ευρώ, προβλέποντας μείωση 141 δισ. ευρώ έναντι της αρχικής εισήγησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Παρά τη μείωση, οι αντιδράσεις συνεχίζονται από διαφορετικές κατευθύνσεις. Γερμανία, Σουηδία και Ολλανδία επιμένουν στον περιορισμό των ευρωπαϊκών δαπανών, καθώς οι εθνικοί προϋπολογισμοί τους βρίσκονται υπό πίεση. Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία υποστηρίζουν ότι οι προτεινόμενοι πόροι δεν επαρκούν για τις αυξημένες ανάγκες της Ένωσης.
Η διαφωνία αφορά τόσο το συνολικό ποσό όσο και την κατανομή του μεταξύ αγροτικής πολιτικής, περιφερειακής ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας, άμυνας και στήριξης της Ουκρανίας.
Ο Φρίντριχ Μερτς προειδοποίησε για ιδιαίτερα δύσκολες συνομιλίες, ενώ ο Πέδρο Σάντσεθ χαρακτήρισε το σχέδιο ανεπαρκές και απαράδεκτο για την Ισπανία. Η Σουηδία επίσης απέρριψε το προτεινόμενο διαπραγματευτικό πλαίσιο.
Η ελληνική διεκδίκηση για την ενεργειακή ακρίβεια
Στην παράλληλη συζήτηση για την ενέργεια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζήτησε μεγαλύτερα περιθώρια δημοσιονομικών παρεμβάσεων για την προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Η Αθήνα προτείνει να μπορούν οι κυβερνήσεις να χρησιμοποιούν πρόσθετα φορολογικά έσοδα που προκύπτουν από την άνοδο των τιμών για στοχευμένες επιδοτήσεις και μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας.
Κατά την ελληνική προσέγγιση, η ύπαρξη αυξημένων εσόδων δεν αρκεί, καθώς τα ευρωπαϊκά όρια δαπανών περιορίζουν την αξιοποίησή τους. Ζητούμενο είναι η προσαρμογή του πλαισίου ώστε να επιτρέπονται προσωρινά μέτρα στήριξης.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Κομισιόν διατηρεί επιφυλάξεις απέναντι στα αιτήματα Ελλάδας και Ιταλίας. Θεωρεί ότι οι επιδράσεις του πληθωρισμού λαμβάνονται ήδη υπόψη στους κανόνες και ανησυχεί ότι πρόσθετες εξαιρέσεις θα αποδυνάμωναν τη δημοσιονομική πειθαρχία.

Στο τραπέζι ο μηχανισμός τιμών του ηλεκτρισμού
Η Αυστρία, μέσω του καγκελαρίου Κρίστιαν Στόκερ, επανέφερε την ανάγκη μεγαλύτερης διαφάνειας στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας.
Η πρόταση επικεντρώνεται στη διαμόρφωση της χονδρεμπορικής τιμής και στον ρόλο του φυσικού αερίου, το οποίο συχνά καθορίζει την τιμή του ρεύματος, παρότι άλλες μονάδες παράγουν με χαμηλότερο κόστος.
Οι διαφωνίες επεκτείνονται στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών. Ορισμένα κράτη ζητούν παρεμβάσεις για να μειωθεί η ενεργειακή επιβάρυνση, ενώ άλλα εκτιμούν ότι η αποδυνάμωση του συστήματος θα έπληττε την πορεία προς την καθαρή ενέργεια.
Προτάσεις για φορολόγηση έκτακτων ενεργειακών κερδών, φορολογικές μειώσεις και κρατικές ενισχύσεις παραμένουν επίσης υπό συζήτηση, χωρίς κοινή απόφαση για το εύρος και τη χρηματοδότησή τους.
Οι ανάγκες του Κιέβου δυσκολεύουν την εξίσωση
Πρόσθετες απαιτήσεις δημιουργεί η συνέχιση της οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία.
Το δημοσίευμα αναφέρεται στο συμφωνημένο ευρωπαϊκό δάνειο των 90 δισ. ευρώ για το 2026–2027, με 60 δισ. ευρώ για στρατιωτική βοήθεια και 30 δισ. ευρώ για δημοσιονομική στήριξη. Ωστόσο, εκκρεμότητες για τις ανάγκες του επόμενου έτους και οι αυξημένες απαιτήσεις της ευρωπαϊκής άμυνας εντείνουν την πίεση στους διαθέσιμους πόρους.
Οι επόμενες εβδομάδες αναμένεται να επικεντρωθούν στην αναζήτηση συμβιβασμού ενόψει Δεκεμβρίου, με τις κυβερνήσεις να καλούνται να γεφυρώσουν αποκλίνουσες θέσεις για τις δαπάνες και τη διαχείριση της ενεργειακής κρίσης.



