Κάθε ελληνικό καλοκαίρι υποτίθεται ότι μας ξεκουράζει. Πρόκειται για μία από τις πιο ανθεκτικές εθνικές μας αυταπάτες, κάπου ανάμεσα στο «θα φύγω νωρίς για να μην πέσω στην κίνηση» και στο «από Σεπτέμβριο θα οργανωθώ».
Το φετινό, πάντως, κάτι μου δίδαξε. Για την ακρίβεια, δέκα πράγματα.
Πρώτον, έμαθα ότι το «πάμε για ένα μπάνιο» δεν είναι χρονικός προσδιορισμός. Είναι ολοήμερο επιχειρησιακό σχέδιο. Περιλαμβάνει καφέ, ξαπλώστρα, φαγητό, δεύτερο καφέ, πιθανό τσίπουρο και την τελική διαπίστωση στις οκτώ το βράδυ ότι «τελικά σήμερα δεν κάναμε και τίποτα». Ακριβώς.
Δεύτερον, κατάλαβα ότι οι Έλληνες δεν πηγαίνουμε διακοπές για να ξεκουραστούμε. Πηγαίνουμε για να κουραστούμε σε διαφορετικό ταχυδρομικό κώδικα. Οδηγούμε τέσσερις ώρες, κουβαλάμε ομπρέλες, ψυγεία και παιδιά, παρκάρουμε σε γκρεμούς και μετά ανεβάζουμε φωτογραφία με λεζάντα «ηρεμία».
Τρίτον, επιβεβαίωσα ότι η ξαπλώστρα είναι ταξικό ζήτημα. Κάποτε πλήρωνες ένα φραπέ και καθόσουν. Τώρα εξετάζεις τον τιμοκατάλογο με τη σοβαρότητα ανθρώπου που πρόκειται να υπογράψει στεγαστικό δάνειο. Η θάλασσα παραμένει δωρεάν, αλλά πρέπει να καταφέρεις πρώτα να φτάσεις μέχρι αυτήν.
Τέταρτον, έμαθα ότι το GPS δεν γνωρίζει την ελληνική επαρχία. Το GPS έχει σπουδάσει στην Καλιφόρνια. Δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι ο δρόμος που χαρακτηρίζει «ταχύτερη διαδρομή» είναι ένα μονοπάτι ανάμεσα σε δύο κατσίκες, έναν πλάτανο και το εξωκκλήσι του Αγίου Φανουρίου.
Πέμπτον, συνειδητοποίησα πως η λέξη «χαλαρά» είναι η πιο επικίνδυνη λέξη του Αυγούστου. «Θα βγούμε χαλαρά» σημαίνει ότι θα επιστρέψεις στις τρεις. «Θα φάμε κάτι χαλαρά» προϋποθέτει δώδεκα πιάτα. Και «ένα ποτηράκι χαλαρά» έχει καταστρέψει περισσότερα πρωινά από οποιαδήποτε οικονομική κρίση.
Έκτον, κατάλαβα ότι ο Έλληνας στις διακοπές αποκτά ξαφνικά οικολογική συνείδηση. Θυμώνει για τις ανεμογεννήτριες που χαλάνε τον ορίζοντα, αλλά αφήνει το αυτοκίνητο αναμμένο με το κλιματιστικό όσο περιμένει τη γυναίκα του να αγοράσει τσιγάρα.
Έβδομον, έμαθα ότι η οικογένεια αντέχει τα πάντα εκτός από κοινές διακοπές άνω των δέκα ημερών. Μετά αρχίζουν να ενοχλούν πράγματα που επί έντεκα μήνες αγνοούσες: ο τρόπος που μασάει ο άλλος, που κλείνει την πόρτα ή —το βαρύτερο— που ρωτάει στις έντεκα το πρωί «τι θα φάμε το μεσημέρι;».
Όγδοον, ανακάλυψα ότι τον Αύγουστο όλοι γινόμαστε λίγο φιλόσοφοι. Κοιτάζουμε τη θάλασσα και λέμε ότι τελικά «λίγα πράγματα χρειάζεται ο άνθρωπος». Συνήθως το λέμε κρατώντας κινητό 1.200 ευρώ.
Ένατον, έμαθα πως όσο μεγαλώνεις αλλάζει η έννοια της νυχτερινής ζωής. Στα είκοσι αναζητούσες το μαγαζί που κλείνει τελευταίο. Τώρα αναζητάς εκείνο που έχει καρέκλα με πλάτη και μουσική σε ένταση που σου επιτρέπει να ακούσεις το όνομα του σερβιτόρου.
Και δέκατον, το σημαντικότερο: κάθε Αύγουστο παραπονιόμαστε για τη ζέστη, την ακρίβεια, την κίνηση, τα κουνούπια και τους τουρίστες. Και μόλις έρθει ο Σεπτέμβρης, κοιτάζουμε μια ξεχασμένη πετσέτα στο πορτμπαγκάζ και μας πιάνει μια μικρή μελαγχολία.
Γιατί ο χειμώνας έχει ένα μεγάλο ελάττωμα.
Μας επαναφέρει στην πραγματικότητα.
Κι αυτή, δυστυχώς, δεν διαθέτει ούτε ξαπλώστρα ούτε θέα θάλασσα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA








