Ο θάνατος της Bonnie Tyler είναι ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα μιας γενιάς που μεγάλωσε με βραχνές φωνές, μεγάλα ρεφρέν και ακόμη μεγαλύτερες ψευδαισθήσεις
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Δύσκολο να πιστέψω ότι πέθανε η Bonnie Tyler. Και σίγουρα δε θέλω να πιστέψω ότι έφυγε ακόμη μία φωνή από εκείνο το παλιό κασετόφωνο που έπαιζε στα παιδικά δωμάτια, στα σχολικά πάρτι, στα πρώτα ραντεβού, στα καλοκαίρια με ιδρώτα, αφρό στα μαλλιά και την αίσθηση ότι ο κόσμος μόλις άρχιζε. Κι όταν πεθαίνουν τέτοιες φωνές, χάνεται ένα κομμάτι από το ηχητικό μας ημερολόγιο.
Για εμάς, τους σημερινούς 55άρηδες – δηλαδή τους άλλοτε ατρόμητους εφήβους των 80s και νυν προσεκτικούς χρήστες πιεσόμετρου – η Bonnie Tyler πέρα από το σαγηνευτικά αισθησιακό γρέζι της φωνής – ήταν το soundtrack της ερωτικής υπερβολής μας. Εκείνης της ηλικίας όπου ένα βλέμμα μπορούσε να θεωρηθεί υπόσχεση ζωής, ένα τηλεφώνημα που δεν ήρθε ισοδυναμούσε με υπαρξιακή καταστροφή και ένα slow dance στο ημίφως είχε βαρύτητα διεθνούς συνθήκης.
Το “Total Eclipse of the Heart” ήταν τελετουργία. Έμπαινε στο πικάπ, στο ραδιόφωνο ή στην κασέτα και ξαφνικά κάθε ασήμαντη εφηβική απογοήτευση αποκτούσε συμφωνικό βάθος. Κι από καψούρης μεταμορφωνόσουν σε ήρωα τραγωδίας, με φόντο συνθεσάιζερ, ηλεκτρικές κιθάρες και ένα σύμπαν που σκοτείνιαζε επειδή εκείνη δεν σε κοίταξε στο διάλειμμα. Ναι, υπήρξαμε γελοίοι. Αλλά υπήρξαμε υπέροχα γελοίοι.
Τα 80s είχαν αυτή την αθώα μεγαλομανία. Όλα ήταν μεγάλα: τα μαλλιά, οι βάτες, τα ρεφρέν, οι έρωτες, τα δράματα, ακόμη και οι σιωπές. Σήμερα, που έχουμε μάθει να ζυγίζουμε τα πράγματα πιο ψύχραιμα – και, δυστυχώς, να ζυγιζόμαστε κι εμείς συχνότερα – καταλαβαίνουμε πως εκείνη η υπερβολή μάς διέσωσε. Μας επέτρεψε να νιώσουμε πριν μάθουμε να αυτολογοκρινόμαστε. Να αγαπήσουμε πριν υπολογίσουμε. Να πονέσουμε πριν αποκτήσουμε χιούμορ για να το κρύβουμε.
Κάθε θάνατος εμβληματικού καλλιτέχνη εκείνης της εποχής είναι και μια μικρή ειδοποίηση από τον χρόνο. Όχι από αυτές που πετάγονται στο κινητό, αλλά από τις άλλες, τις ύπουλες, που έρχονται από μέσα: «Πρόσεχε, μεγαλώνεις». Κι εμείς κάνουμε πως δεν ακούσαμε. Βάζουμε ξανά το τραγούδι, χαμηλώνουμε λίγο την κοιλιά, ισιώνουμε κάπως τη μέση, ρίχνουμε μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη και αναρωτιόμαστε πότε ακριβώς ο τύπος με το τζιν μπουφάν έγινε κύριος που ψάχνει τα γυαλιά του ενώ τα φοράει.
Κι όμως, δεν είναι πένθος αυτό. Ή δεν είναι μόνο πένθος. Είναι χαρμολύπη. Είναι εκείνο το παράξενο χαμόγελο που σε πιάνει όταν θυμάσαι πόσο αθάνατος ένιωθες κάποτε. Η Bonnie Tyler μάς υπενθυμίζει ότι υπήρξαμε νέοι με τρόπο ανεπανάληπτο, θορυβώδη, άγαρμπο και συγκινητικό. Ότι κάποτε πιστεύαμε πως ο έρωτας μπορεί να σταματήσει τον χρόνο. Δεν τον σταμάτησε, φυσικά. Ο χρόνος προχώρησε, μας βρήκε, μας χρέωσε τόκους και μας έστειλε και ειδοποίηση για κολονοσκόπηση.
Αλλά για τρία λεπτά και κάτι, όταν ξανακούγεται εκείνη η φωνή, όλα αναστέλλονται. Οι λογαριασμοί, οι εξετάσεις, τα παιδιά που μεγάλωσαν, οι φίλοι που χάθηκαν, οι ήρωες που φεύγουν. Μένει μόνο ένα δωμάτιο, ένα κασετόφωνο, ένα κορίτσι ή ένα αγόρι που δεν είπαμε ποτέ όσα θέλαμε, και εμείς – νέοι, αδέξιοι, υπερβολικοί – να πιστεύουμε ότι το σκοτάδι της καρδιάς είναι έκλειψη και όχι απλώς ενηλικίωση.
Γι’ αυτό ο θάνατος της Bonnie Tyler μάς αφορά. Κι όχι επειδή τελειώνει η μουσική της. Αυτή θα μείνει. Αλλά επειδή μαζί της φεύγει άλλη μία μάρτυρας της εποχής που υπήρξαμε άτρωτοι. Και επειδή, όσο κι αν αυτοσαρκαζόμαστε, ξέρουμε βαθιά μέσα μας πως εκείνη η βραχνή φωνή κρατούσε κάτι από το πρώτο μας σκίρτημα. Από την πρώτη φορά που νομίσαμε ότι αγαπήσαμε. Από την πρώτη φορά που χάσαμε. Από την πρώτη φορά που ο κόσμος σκοτείνιασε… Και μας άρεσε.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA






