Στην πολυκατοικία της Εγνατίας, το ασανσέρ άνοιξε με έναν αναστεναγμό που θα τον ζήλευα. Μπήκα μαζί με τέσσερις αγνώστους: έναν διανομέα με δέμα κάτω από τη μασχάλη, μια γυναίκα με δυο σακούλες από το σούπερ μάρκετ, έναν κύριο με γραβάτα που του είχε λυθεί η υπομονή και μια κοπέλα με ακουστικά.
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Και οι τέσσερις κοιτούσαν το κινητό τους. Οι σακούλες της γυναίκας χτυπούσαν στα γόνατα του κυρίου. Εκείνος μετακινούσε μόνο τα γόνατα. Το υπόλοιπο σώμα έμενε στη διάθεση της οθόνης. Πάτησα τον πέμπτο.
«Καλημέρα», είπα.
Η κοπέλα έβγαλε το ένα ακουστικό. Ο κύριος σήκωσε τα μάτια όσο χρειαζόταν για να βεβαιωθεί ότι δεν του μιλούσα προσωπικά. Η γυναίκα μού χαμογέλασε διστακτικά, όπως χαμογελάς σε κάποιον που ίσως κρατά έντυπο προς υπογραφή. Ο διανομέας είπε «ναι» στο τηλέφωνό του. Για μια στιγμή νόμισα ότι μου απάντησε και χάρηκα. Ύστερα συνέχισε: «Στο κτίριο είμαι. Αν έχει θυρωρό, πες του ν’ ανοίξει».
Το πουκάμισό μου είχε κολλήσει στην πλάτη από τη ζέστη και την αναμονή στο ισόγειο. Είχα αποφασίσει να μην κοιτάξω το δικό μου κινητό. Με είχε πιάσει εκείνη η φτηνή γενναιότητα που αποκτάς όταν αντέχεις μακριά του για πέντε ορόφους, αρκεί να σε βλέπουν οι άλλοι.
Είχα βέβαια τσεκάρει δύο φορές, όσο περίμενα κάτω, αν μου είχε απαντήσει ο ένας γιος μου. Χθες του είχα γράψει «έχεις χρόνο για έναν καφέ;» και μετά «όποτε μπορείς», για να μη φανώ σαν άνθρωπος που είχε σκεφτεί ήδη σε ποιο καφενείο θα καθίσουμε. Μια ειδοποίηση από την τράπεζα είχε έρθει στο μεταξύ. Αυτοί τουλάχιστον με θυμούνταν.
Ο διανομέας, με τον αντίχειρα να τρέχει στην οθόνη, πάτησε έναν αριθμό στον πίνακα. Στον τρίτο το ασανσέρ σταμάτησε. Κανείς δεν βγήκε. Ο κύριος με τη γραβάτα κοίταξε τον διανομέα. Ήταν η πρώτη φορά που τα μάτια του συνάντησαν άνθρωπο.
«Στον όγδοο πάω», είπε εκείνος. «Πάτησα τρίτο».
«Μην ανησυχείτε», είπα. «Έχουμε χρόνο».
Το είπα κοιτάζοντας το ρολόι μου. Το ραντεβού μου με τον λογιστή στον πέμπτο είχε αρχίσει πριν από τρία λεπτά. Κρατούσα έναν φάκελο με τα χαρτιά που μου είχε ζητήσει να βάλω σε σειρά. Τα είχα βάλει με τη σειρά που τα βρήκα. Ο κύριος έσφιξε το κινητό του, αλλά δεν είπε τίποτα. Τον συμπάθησα για την αυτοσυγκράτησή του, παρότι μέσα μου είχα προλάβει να κατηγορήσω τον διανομέα για την καθυστέρηση της φορολογικής μου δήλωσης.
Στον τρίτο μπήκε μια ηλικιωμένη με παντόφλες και μια λεκάνη γεμάτη βρεγμένα σεντόνια. Μας ζήτησε να της πατήσουμε τον έκτο. Ο διανομέας τράβηξε το δέμα του για να χωρέσει. Η κοπέλα κράτησε τη λεκάνη ώσπου να σταθεί η γυναίκα.
Το ασανσέρ μύρισε σαπούνι από τα σεντόνια και καφέ από το πλαστικό ποτήρι του κυρίου με τη γραβάτα. Εκείνη μας είπε «καλημέρα». Της απάντησαν σχεδόν όλοι, μπερδεμένοι. Εγώ άργησα μισό δευτερόλεπτο, γιατί το κινητό μου είχε μόλις δονηθεί.
Ο γιος μου είχε γράψει: «Παρασκευή;» Πήγα να του απαντήσω πριν ξανακλείσουν οι πόρτες, κι ας απέμεναν μόλις δύο όροφοι ως το γραφείο του λογιστή. Όταν το ασανσέρ άνοιξε στον πέμπτο, η γυναίκα με τη λεκάνη μού ακούμπησε το χέρι.
«Εσείς εδώ δεν κατεβαίνετε;»
Κατέβηκα βιαστικά. Πρόλαβα να δω, προτού ενωθούν οι πόρτες, τον διανομέα να πατά επιτέλους το οχτώ. Του έριξα ένα βλέμμα κατανόησης. Κρατούσα ήδη το κινητό και είχα γράψει στον γιο μου «Παρασκευή, ναι». Ο λογιστής στεκόταν στην πόρτα του γραφείου του. Το «καλημέρα» που μου είπε το άκουσα με τη δεύτερη.


