Επτά χρόνια συστηματικής δουλειάς, διαδοχικών πολιτικών παρεμβάσεων, διεθνών πρωτοβουλιών και διαπραγματεύσεων πίσω από κλειστές πόρτες βρίσκονται πίσω από τη νέα παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη για τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Και μπορεί ακόμη κανείς να μην μπορεί να πει ότι η επιστροφή τους βρίσκεται προ των πυλών, ωστόσο η υπόθεση βρίσκεται σήμερα σε εντελώς διαφορετικό σημείο από εκείνο στο οποίο βρισκόταν το καλοκαίρι του 2019.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μυτιλινιού για την εφημερίδα «Political», ο πρωθυπουργός επανήλθε την Τρίτη στο ζήτημα, παραδεχόμενος ότι οι συζητήσεις με το Βρετανικό Μουσείο δεν έχουν προχωρήσει όσο θα επιθυμούσε η Αθήνα, αλλά ταυτόχρονα προαναγγέλλοντας μεγαλύτερη πίεση.
Κυρίως, έβαλε για πρώτη φορά τόσο καθαρά στο τραπέζι την ευρωπαϊκή διάσταση, υποστηρίζοντας ότι τα Γλυπτά πρέπει να αποτελέσουν μέρος της συζήτησης για τη νέα, στενότερη σχέση Βρετανίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Δεν είναι μόνο ζήτημα για την Ελλάδα, είναι ζήτημα για την Ευρώπη», ανέφερε.
Από τη νέα κυβέρνηση στη νέα στρατηγική
Η αφετηρία της σημερινής στρατηγικής βρίσκεται στις πρώτες εβδομάδες της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Τον Σεπτέμβριο του 2019 ο πρωθυπουργός δήλωνε ότι η Ελλάδα δεν απεμπολεί την ιδιοκτησία των Γλυπτών, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας πρακτικής συμφωνίας με το Βρετανικό Μουσείο, αρχικά με ορίζοντα τους εορτασμούς του 2021.
Η πραγματική μεταβολή όμως ήρθε τα επόμενα χρόνια. Το ζήτημα αναβαθμίστηκε θεσμικά στην UNESCO, ενώ παράλληλα άνοιξε απευθείας δίαυλος μεταξύ της Αθήνας και της διοίκησης του Βρετανικού Μουσείου. Στο επίκεντρο βρέθηκε ο πρόεδρος του Μουσείου Τζορτζ Όζμπορν, με τον οποίο η ελληνική πλευρά άρχισε να διερευνά φόρμουλες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επανένωση, χωρίς η Ελλάδα να αναγνωρίσει βρετανική κυριότητα.
Αυτή είναι ίσως και η σημαντικότερη αλλαγή της επταετίας: από μια διεκδίκηση που επί δεκαετίες έμοιαζε περισσότερο συμβολική και διπλωματική φτάσαμε σε πραγματικές διαπραγματεύσεις για το πώς θα μπορούσε να υλοποιηθεί.
Οι εξελίξεις που άλλαξαν τα δεδομένα
Στο μεταξύ, η επιστροφή θραυσμάτων του Παρθενώνα από το Παλέρμο και το Βατικανό δημιούργησε προηγούμενα, ενισχύοντας το βασικό ελληνικό επιχείρημα: δεν πρόκειται για μια γενικευμένη απαίτηση επιστροφής αρχαιοτήτων από τα μεγάλα μουσεία του κόσμου αλλά για την αποκατάσταση της ενότητας ενός συγκεκριμένου μνημείου.
Το 2023 η σύγκρουση με τον τότε Βρετανό πρωθυπουργό Ρίσι Σούνακ, μετά την ακύρωση της συνάντησής του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έδωσε στο ελληνικό αίτημα πρωτοφανή διεθνή προβολή. Έναν χρόνο αργότερα, με τον Κιρ Στάρμερ στην Downing Street, οι συνομιλίες εμφανίζονταν στη Βρετανία ως ιδιαίτερα προχωρημένες.
Το Λονδίνο πάντως εξακολουθεί να έχει μια σταθερή κόκκινη γραμμή. Μόλις στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 η βρετανική κυβέρνηση επανέλαβε επισήμως ότι δεν σχεδιάζει να αλλάξει το British Museum Act του 1963 ώστε να επιτραπεί η μόνιμη μεταβίβαση των Γλυπτών. Την ίδια ώρα όμως δηλώνει ότι δεν θα εμποδίσει συμφωνία προσωρινών μετακινήσεων που θα πετύχει το Βρετανικό Μουσείο με την Ελλάδα.
Το επόμενο βήμα για την επιστροφή
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σημασία των τελευταίων παρεμβάσεων Μητσοτάκη. Στις 24 Σεπτεμβρίου, με άρθρο του στον «Guardian», έθεσε ξανά το αίτημα της μόνιμης επανένωσης. Στις 3 Οκτωβρίου ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται ούτε να αναγνωρίσει ξένη κυριότητα ούτε να «δανειστεί» τους δικούς της θησαυρούς. Και τρεις μέρες αργότερα ανακοίνωσε ότι η πίεση θα ενταθεί.
Άρα, το «μια ανάσα» ίσως είναι ακόμη νωρίς να ειπωθεί. Όμως, έπειτα από επτά χρόνια προεργασίας το ζήτημα δεν βρίσκεται πια στο αν πρέπει να επιστρέψουν τα Γλυπτά. Η πραγματική συζήτηση έχει μεταφερθεί πλέον στο πώς μπορεί να γίνει η επανένωσή τους και ποιος θα βρει τη νομική και πολιτική φόρμουλα για να ξεκλειδώσει μια ιστορική συμφωνία.



