Θύμα επίμονης παρακολούθησης (stalking), κι όχι μόνο, έπεσε μια 34χρονη Σερβίδα από έναν 32χρονο συμπατριώτη της, όπως περιγράφεται στο βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου που παραπέμπει τον τελευταίο να δικαστεί σε Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο για βιασμό, εκδικητική πορνογραφία και παράνομη οπλοφορία, κατ’ εξακολούθηση.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΟΥΛΗΣ
Μετά την απολογία του σε ανακρίτρια, ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος, με όρους την απαγόρευση οποιασδήποτε επικοινωνίας και προσέγγισης της παθούσας ενώ η 34χρονη, πριν την παραπομπή, με δήλωση της προς τις διωκτικές αρχές έχει ζητήσει να παύσει η ποινική δίωξη εις βάρος του.
Στο κατηγορητήριο αναφέρονται τα εξής: Η εγκαλούσα διατηρούσε μόνιμη σχέση από τις αρχές του 2018 με έναν Έλληνα, με τον οποίο συμβίωνε και έχουν αποκτήσει κι ένα ανήλικο κοριτσάκι. Τον Μάρτιο του 2024 γνώρισε τον κατηγορούμενο στα γραφεία μεταφορικής εταιρείας.
Λόγω της αμοιβαίας ερωτικής έλξης που είχαν μεταξύ τους άρχισαν να επικοινωνούν τηλεφωνικά και τον Ιούλιο του 2024, ο κατηγορούμενος ζήτησε να την συναντήσει και έτσι είχαν την πρώτη τους ερωτική συνεύρεση στην καμπίνα φορτηγού που ο 32χρονος είχε σταθμεύσει πλησίον εμπορικού κέντρου της δυτικής Θεσσαλονίκης.
Από τότε είχαν τηλεφωνική επικοινωνία σε καθημερινή βάση, μέσω γραπτών μηνυμάτων και τηλεφωνικών κλήσεων. Οι συνομιλίες τους γίνονταν μέσω της εφαρμογής κοινωνικής δικτύωσης viber όπου αντάλλασσαν μηνύματα και προσωπικές φωτογραφίες και βίντεο ερωτικού περιεχομένου. Παράλληλα συνευρίσκονταν δύο με τρεις φορές τον μήνα στην καμπίνα του φορτηγού του, κάθε φορά που ο κατηγορούμενος ερχόταν για επαγγελματικούς λόγους στη Θεσσαλονίκη. Συχνά μάλιστα κατέγραφε με την κάμερα του κινητού του τηλεφώνου τις ερωτικές συνευρέσεις τους.
Γνώριζε για τον παιδικό σταθμό
Στις αρχές Δεκεμβρίου 2024, η εγκαλούσα αποφάσισε να τερματίσουν τη μεταξύ τους ερωτική σχέση και τότε ο 32χρονος άρχισε να την απειλεί ότι θα έστελνε στον σύντροφο της και στους συναδέλφους της, στην εταιρεία όπου εργαζόταν, φωτογραφικά στιγμιότυπα και βιντεοληπτικό υλικό των προσωπικών τους ερωτικών συνευρέσεων. Επίσης την προειδοποίησε ότι γνώριζε την οδό κατοικίας της, τον παιδικό σταθμό που φοιτούσε η ανήλικη κόρη της και τη διεύθυνση εργασίας του συντρόφου της, πράγμα που φόβισε τόσο την εγκαλούσα, ώστε δέχτηκε να συνευρεθεί εκ νέου μαζί του παρά την απόφαση της να διακόψουν τις επαφές τους.
Αυτή η στάση του κατηγορούμενου ανάγκασε την εγκαλούσα να εξακολουθεί να επικοινωνεί καθημερινά μαζί του μέσω γραπτών μηνυμάτων και κλήσεων και να συνευρίσκεται μαζί του ερωτικά, οπότε ερχόταν στη Θεσσαλονίκη, πλην όμως φρόντιζε να του δείχνει κάθε φορά με τη στάση της ότι έπρεπε να διακόψουν τη σχέση τους.
Ο κατηγορούμενος, όμως, δεν δεχόταν και συνέχιζε να την απειλεί με τον ίδιο τρόπο. Η 34χρονη ευρισκόμενη σε άθλια ψυχολογική κατάσταση, συνέχισε να επικοινωνεί και να συνευρίσκεται μαζί του. Σε μία συνάντηση τους, όταν εκείνη αρνήθηκε να ενδώσει στις σεξουαλικές ορέξεις του, ο κατηγορούμενος φέρεται ότι την απείλησε μ’ ένα αιχμηρό αντικείμενο. Η περιστασιακή ερωτική σχέση έγινε «εφιάλτης».
«Αν έρθω σπίτι σου…»
Εν τέλει την 17η Φεβρουαρίου 2025, ενώ βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, αποκάλυψε το μαρτύριο της στον σύντροφό της, στη μητέρα της και στη διευθύντρια του γραφείου που εργαζόταν. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να της αποστέλλει γραπτά μηνύματα για να συναντηθούν, ζητώντας της να είναι καλή μαζί του προκειμένου να μην έχει συνέπειες.
Δύο μέρες αργότερα, στις 19 Φεβρουαρίου, ο 32χρονος ως stalker κάθισε στο καφέ – μπαρ όπου σύχναζε η 34χρονη με τον Έλληνα -μόνιμο σύντροφό της και την κάλεσε για ποτό. Παράλληλα, απέστειλε στην εγκαλούσα μήνυμα που έλεγε: «Αν έρθω σπίτι σου, θα βγεις λίγο στο παράθυρο για να σε δω;». Η 34χρονη τρομοκρατήθηκε και αποφάσισε να ενημερώσει την αστυνομία και τον σύντροφό της ο οποίος μετέβη στο παραπάνω κατάστημα.
Όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο σύλληψης, ο κατηγορούμενος έσπευσε να επιβιβαστεί σε ταξί και αναχώρησε από το κατάστημα πλην όμως συνελήφθη λίγο αργότερα από αστυνομικούς. Ο 32χρονος Σέρβος, ο οποίος είναι παντρεμένος με άλλη γυναίκα, αρνήθηκε τις κατηγορίες ισχυριζόμενος ότι είχε μια συναισθηματική εξωσυζυγική σχέση με την εγκαλούσα και ότι όλες οι συνευρέσεις τους ήταν συναινετικές.
Παραδέχτηκε ότι απέστειλε εξυβριστικά μηνύματα γιατί ήταν ερωτευμένος μαζί της ενώ δέχτηκε ότι κατείχε βίντεο και φωτογραφίες, καθώς προέβησαν από κοινού στην αποτύπωση των ερωτικών τους πράξεων.
Κατά την ιατροδικαστική εξέταση της παθούσας, εντοπίστηκαν εκχυμώσεις που είναι ενδεικτικές άσκησης σωματικής βίας κατά τη διάρκεια ακούσιας συνουσίας.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA








