Η αγωνία μήπως κάποιο στοιχείο δεν είχε εξεταστεί επαρκώς ήταν διαρκής. Ο φόβος, όμως, δεν είχε θέση στην έδρα. Η Μαρία Λεπενιώτη, η δικαστικός που προήδρευσε στη δίκη της Χρυσής Αυγής, περιγράφει την ευθύνη της πολύχρονης διαδικασίας και επιστρέφει στην 7η Οκτωβρίου 2020, όταν ανακοίνωσε την απόφαση χωρίς να γνωρίζει τι συνέβαινε έξω από το δικαστήριο.
Στη συνέντευξή της στον Χρήστο Μυτιλινιό και το Political Unformal του epolitical.gr, μίλησε για τις προσωπικές στιγμές πίσω από τη δικαστική έδρα, το βάρος της υπόθεσης και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε το έντονο κοινωνικό ενδιαφέρον.
«Ούτε είχα πιέσεις, ούτε ένιωσα φόβο», δήλωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως η ψυχραιμία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων.
«Ο φόβος δεν σε αφήνει να λειτουργήσεις σαν δικαστής»
Ανατρέχοντας στην έναρξη της δίκης της Χρυσής Αυγής, η Μαρία Λεπενιώτη περιέγραψε πως από την πρώτη στιγμή αντιλήφθηκε ότι αναλάμβανε μια πρωτόγνωρη υπόθεση για τα ελληνικά δικαστικά δεδομένα.
Όπως εξήγησε, ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστο μια ολόκληρη κοινοβουλευτική ομάδα να βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες για εγκληματική οργάνωση, παράλληλα με σοβαρότατες επιμέρους εγκληματικές πράξεις.
Ωστόσο, η πλήρης ιστορική βαρύτητα της υπόθεσης έγινε αντιληπτή σταδιακά, όσο εξελισσόταν η ακροαματική διαδικασία.
Ερωτηθείσα για το εάν αισθάνθηκε προσωπικές ή εξωτερικές πιέσεις, ξεχώρισε την εσωτερική αγωνία του δικαστή από τις παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του.
Η ίδια αναγνώρισε ότι υπήρχε έντονη εσωτερική πίεση, με διαρκή προβληματισμό για το εάν είχε εξετάσει όλα τα στοιχεία και εάν είχε αξιολογήσει σωστά κάθε πτυχή της υπόθεσης. Ήταν, όπως εξήγησε, μια διαδικασία συνεχούς αυτοελέγχου και ευθύνης.
Απέκλεισε, ωστόσο, το ενδεχόμενο να είχε δεχθεί εξωτερικές πιέσεις ή να είχε αισθανθεί φόβο κατά τη διάρκεια της δίκης.
«Δεν ένιωσα φόβο, γιατί ο φόβος πάλι δεν σε αφήνει να λειτουργήσεις σαν δικαστής», υπογράμμισε.
Η 7η Οκτωβρίου 2020 και όσα έμαθε επιστρέφοντας στο σπίτι
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η περιγραφή της για την ημέρα ανακοίνωσης της ιστορικής απόφασης, όταν χιλιάδες πολίτες είχαν συγκεντρωθεί έξω από το δικαστήριο αναμένοντας την ετυμηγορία.
Η Μαρία Λεπενιώτη αποκάλυψε ότι, την ώρα που ανακοίνωνε την απόφαση, δεν γνώριζε τι ακριβώς συνέβαινε έξω από το δικαστικό μέγαρο.
Όπως εξήγησε, η διαμόρφωση της αίθουσας δεν επέτρεπε ούτε οπτική ούτε ακουστική επαφή με τον εξωτερικό χώρο. Έτσι, ενημερώθηκε για όσα είχαν προηγηθεί μόνο όταν επέστρεψε στο σπίτι της.
Μιλώντας για τις προσωπικές στιγμές που ακολούθησαν, εξήγησε ότι η συνειδητοποίηση της ολοκλήρωσης μιας τόσο μεγάλης διαδικασίας δεν ήρθε αμέσως. Χρειάστηκε χρόνος για να αντιληφθεί πλήρως το αποτύπωμα, τη σημασία και τη βαρύτητα της δίκης.
Το μήνυμα προς τους νέους που εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη Χρυσή Αυγή
Η πρώην δικαστικός αναφέρθηκε και στη σημερινή παρουσία ανθρώπων, ακόμη και νεαρής ηλικίας, που εξακολουθούν να υποστηρίζουν πρόσωπα καταδικασμένα για τη δράση της Χρυσής Αυγής.
Εξέφρασε την εκτίμηση ότι ένα μέρος αυτών των ανθρώπων δεν έχει συνειδητοποιήσει πλήρως τη σημασία των γεγονότων και τους λόγους που οδήγησαν στις καταδικαστικές αποφάσεις.
Ιδιαίτερα σαφές ήταν το μήνυμά της για την ανάγκη ιστορικής γνώσης. Κατά τη Μαρία Λεπενιώτη, οι νέοι άνθρωποι οφείλουν να μελετούν την ελληνική και την ευρωπαϊκή ιστορία, να κατανοούν τι συνέβη και να αντλούν τα απαραίτητα διδάγματα.
Υπενθύμισε, παράλληλα, την ποινική διάσταση της υπόθεσης, αναφερόμενη στην εγκληματική οργάνωση και στις πράξεις που εξετάστηκαν στο δικαστήριο, μεταξύ των οποίων η δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη και η πολιτική της επιλογή
Στη συνέντευξη συζητήθηκαν επίσης η ανεξαρτησία της ελληνικής Δικαιοσύνης, οι καθυστερήσεις στην απονομή της και η εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η Μαρία Λεπενιώτη υποστήριξε ότι πρέπει να αλλάξει ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, ώστε η τελική απόφαση να μην ανήκει στην εκάστοτε κυβέρνηση.
Αναφέρθηκε ακόμη στις υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ και των Τεμπών, επισημαίνοντας ότι η Δικαιοσύνη έχει κινηθεί και οι σχετικές διαδικασίες προχωρούν.
Τέλος, εξήγησε τους λόγους που την οδήγησαν στην ενεργό πολιτική και στη συμπόρευσή της με τον Αλέξη Τσίπρα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων και της διαφθοράς.
Απαντώντας στο εάν η πολιτική της επιλογή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αμφισβητηθεί η δικαστική της διαδρομή, ξεκαθάρισε ότι η συμμετοχή στην πολιτική δεν αναιρεί την αμεροληψία με την οποία ένας δικαστής άσκησε τα καθήκοντά του επί δεκαετίες.




