Νέα στοιχεία για τη δράση του κυκλώματος των ρευματοκλοπών αποκαλύπτουν ότι οι κατηγορούμενοι φέρονται να είχαν καταφέρει κάτι που μέχρι πρότινος θεωρούνταν σχεδόν αδύνατο: να παραβιάζουν το λογισμικό των σύγχρονων ψηφιακών μετρητών ηλεκτρικής ενέργειας, αλλοιώνοντας τις καταγραφές κατανάλωσης.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι τρεις βασικοί κατηγορούμενοι χρησιμοποιούσαν ειδικό παράνομο λογισμικό και εξειδικευμένο εξοπλισμό, μέσω του οποίου αποκτούσαν πρόσβαση στους ψηφιακούς μετρητές και άλλαζαν τον τρόπο με τον οποίο καταγραφόταν η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος.
Οι αρχές εξετάζουν πλέον πώς ήταν δυνατόν να παραβιαστεί ένα σύστημα που είχε σχεδιαστεί ώστε να είναι ασφαλές απέναντι σε τέτοιου είδους επεμβάσεις, ενώ στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται το ενδεχόμενο οι κατηγορούμενοι να είχαν βοήθεια από πρόσωπα με εξειδικευμένη γνώση των συστημάτων του ΔΕΔΔΗΕ.
Ψάχνουν πιθανό εσωτερικό συνεργό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα που κατασχέθηκαν κατά τις έρευνες στα σπίτια των συλληφθέντων.
Μεταξύ άλλων, εντοπίστηκαν συσκευές τηλεχειρισμού που, σύμφωνα με στελέχη του ΔΕΔΔΗΕ, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τις υπηρεσίες του Διαχειριστή, καθώς και αντικείμενα που παραπέμπουν στον εξοπλισμό της επιχείρησης.
Τα στοιχεία αυτά έχουν ενισχύσει τις υποψίες των ερευνητών ότι το κύκλωμα ενδέχεται να διέθετε πληροφορίες ή τεχνική υποστήριξη από άτομα με εσωτερική γνώση των συστημάτων, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχει απαγγελθεί κατηγορία σε υπάλληλο του ΔΕΔΔΗΕ.
«Συνδρομητική»… ρευματοκλοπή
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται περισσότερες από 100 περιπτώσεις φερόμενων ρευματοκλοπών σε ολόκληρη τη χώρα.
Μεταξύ των επιχειρήσεων που ελέγχονται βρίσκονται ξενοδοχεία, πρατήρια καυσίμων, εστιατόρια, καφέ, αλυσίδες καταστημάτων, ακόμη και φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, ενώ σύμφωνα με τις αρχές η συνολική ζημία για τον ΔΕΔΔΗΕ υπολογίζεται σε περίπου 9,1 εκατ. ευρώ.
Οι κατηγορούμενοι φέρονται να χρέωναν τους πελάτες τους με ένα είδος… «συνδρομητικής υπηρεσίας», καθώς το παράνομο λογισμικό είχε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια λειτουργίας και απαιτούσε τακτική επανενεργοποίηση έναντι αμοιβής. Σύμφωνα με τη δικογραφία, το κόστος κυμαινόταν από 2.000 έως 6.000 ευρώ, ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης και την εξοικονόμηση που επιτυγχανόταν από τη μειωμένη καταγραφή της κατανάλωσης.
Οι έρευνες συνεχίζονται, με τις αρχές να αναζητούν τυχόν επιπλέον συνεργούς και να εξετάζουν εάν το κύκλωμα είχε πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες που διευκόλυναν τη λειτουργία του επί σειρά ετών.




