Η επιλογή του Έλληνα πρωθυπουργού να βρεθεί στο Καστελλόριζο, στο ανατολικότερο άκρο της ελληνικής επικράτειας, αποτελεί μια κατεξοχήν κίνηση υψηλού γεωπολιτικού και διπλωματικού συμβολισμού, πέραν της εθιμοτυπικής συμμετοχής στις επετειακές εκδηλώσεις για την απελευθέρωση του νησιού. Στην ανάλυση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι το σύμπλεγμα της Μεγίστης συνιστά τον κεντρικό στόχο του τουρκικού αναθεωρητισμού, καθώς η ίδια η γεωγραφική του θέση ανατρέπει στην πράξη το νομικά έωλο αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Συνεπώς, τα μηνύματα που εκπέμπονται από τη συγκεκριμένη τοποθεσία έχουν απολύτως συγκεκριμένους αποδέκτες και πολυεπίπεδη ανάγνωση.
Του Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου, διεθνολόγου

Το πρώτο και πλέον ξεκάθαρο μήνυμα προς την Άγκυρα είναι αυτό της απόλυτης και σθεναρής υπεράσπισης των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, η οποία βασίζεται αποκλειστικά στο Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Ελλάδα διαμηνύει πως επιδιώκει τον διάλογο και τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας, προϋποθέτοντας ωστόσο τη διεξαγωγή του υπό συνθήκες αμοιβαίου σεβασμού, ειρηνικής συνύπαρξης και πλήρους αναγνώρισης της ελληνικής κυριαρχίας. Το γεγονός ότι η ηγεσία της χώρας εκπέμπει αυτό το μήνυμα από το ακριβές σημείο που η Τουρκία επιχειρεί συστηματικά να αποκόψει από τον εθνικό κορμό, υποδηλώνει μια στρατηγική αυτοπεποίθηση που εδράζεται στο αναβαθμισμένο διπλωματικό κεφάλαιο και στο ισχυρό αποτρεπτικό ισοζύγιο των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ταυτόχρονα, αξίζει να αναδείξουμε την ουσιαστική διάσταση της εθνικής θωράκισης, η οποία συνδυάζει τα εξοπλιστικά προγράμματα με τη δημογραφική και οικονομική ενίσχυση των ακριτικών πληθυσμών. Η εξαγγελία συγκεκριμένων, μακρόπνοων οικονομικών κινήτρων και έργων υποδομής για τους κατοίκους του Καστελλορίζου αποτελεί έμπρακτη απόδειξη ότι η Πολιτεία αντιλαμβάνεται πλήρως τη γεωστρατηγική σημασία της ζωντανής παρουσίας του ελληνισμού στις εσχατιές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Ένα νησί με ακμαία κοινωνία και ισχυρή οικονομική ζωή λειτουργεί ως το απόλυτο ανάχωμα απέναντι σε κάθε προσπάθεια δορυφοροποίησής του από τη γείτονα χώρα.
Από την άλλη πλευρά, η αντίδραση της Τουρκίας υπήρξε η απολύτως αναμενόμενη βάσει της πάγιας τακτικής της. Η παρουσία τουρκικών τηλεκατευθυνόμενων αεροσκαφών, οι στρατιωτικές μετακινήσεις στα μικρασιατικά παράλια και οι επικοινωνιακές ασκήσεις των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων εντάσσονται στην προσπάθεια της Άγκυρας να συντηρεί μια εικόνα στρατιωτικής ισχύος και να υπενθυμίζει διαρκώς την απειλή του «casus belli». Η τουρκική διπλωματία επιδιώκει να διατηρήσει στο τραπέζι το ζήτημα της υποτιθέμενης στρατιωτικοποίησης των νησιών, προσπαθώντας να αντιστρέψει την πραγματικότητα της δικής της επιθετικής διάταξης απέναντι από αυτά.
Κοιτάζοντας προς το άμεσο μέλλον και το επόμενο διάστημα, οι προοπτικές των ελληνοτουρκικών σχέσεων διαγράφονται σε ένα πλαίσιο «ψυχρής ειρήνης». Αναμένεται η διατήρηση των υφιστάμενων εντάσεων σε ελεγχόμενο επίπεδο, καθώς η Τουρκία έχει ενσωματώσει πλήρως τον αναθεωρητισμό στον πυρήνα της εθνικής της στρατηγικής. Οι επόμενοι μήνες θα απαιτήσουν ιδιαίτερη διπλωματική εγρήγορση. Ζητήματα όπως η ενεργειακή διασύνδεση στην Ανατολική Μεσόγειο και ο ρόλος της Κύπρου ενόψει της ευρωπαϊκής της προεδρίας αποτελούν πεδία στα οποία η Άγκυρα εικάζεται ότι θα δοκιμάσει εκ νέου τις αντοχές της ελληνικής πλευράς και της διεθνούς κοινότητας. Η Αθήνα καλείται να συνεχίσει να πορεύεται με στρατηγική ψυχραιμία, επενδύοντας στη διεύρυνση των περιφερειακών της συμμαχιών, επιλέγοντας τη διπλωματική ευελιξία και παραμένοντας ταυτόχρονα απολύτως προσηλωμένη στις ιστορικές και νομικές της θέσεις επί του πεδίου. Η σταθερότητα στην περιοχή θα εξαρτηθεί από τη συνεχή υπενθύμιση ότι οποιαδήποτε απόπειρα παραβίασης του διεθνούς δικαίου θα έχει εξαιρετικά υψηλό κόστος για τον εμπνευστή της.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA



