Από την πρώτη στιγμή που έγιναν γνωστές οι επιθέσεις στα σπίτια των τριών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, έψαχνα μέσα μου να βρω το νήμα. Όσες φορές κι αν με τριβέλιζε ένας εσωτερικός Ζεράρ ντε Βιλιέ, από εκείνους που βλέπουν συνωμοσίες, διπλούς πράκτορες και μυστικές διαδρομές ακόμη και πίσω από ένα χαλασμένο κουδούνι, δεν μπορούσα να βρω τη σύνδεση.
Του Δημήτρη Δραγώγια
Τι συνέδεε, αλήθεια, την Αφροδίτη Νέστορα, μια φερέλπιδα πολιτεύτρια, δικηγόρο, αγαπητή, χαμογελαστή, χωρίς ποτέ να προκαλέσει; Τι συνέδεε τον Ζήση Ιωακείμοβιτς, έναν από τους μετριοπαθέστερους προέδρους που πέρασαν από τη Διοικούσα Επιτροπή της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη; Τι συνέδεε τον Σάββα Αναστασιάδη, πρώην βουλευτή και πρώην τελωνειακό, ο οποίος έχει ουσιαστικά απομακρυνθεί από την ενεργό πολιτική εδώ και τρία χρόνια, από τότε που δεν εξελέγη στις εκλογές του 2023;
Η εύκολη απάντηση είναι: η Νέα Δημοκρατία.
Η δύσκολη απάντηση είναι πολύ πιο ανησυχητική: τίποτε άλλο.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πραγματική πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Όχι στο αν οι δράστες είχαν κάποιο βαθύ επιχειρησιακό σχέδιο, ούτε στο αν πίστευαν ότι χτυπούν «εκπροσώπους του συστήματος», ούτε καν στο αν μέσα στο κεφάλι τους υπήρχε κάποιο παραληρηματικό πολιτικό αφήγημα. Η ουσία είναι ότι, όπως φαίνεται μέχρι στιγμής, δεν επιτέθηκαν σε τρεις ανθρώπους επειδή είχαν κάποια προσωπική διαδρομή εξουσίας, κάποια κοινή απόφαση, κάποια επίμαχη δημόσια πράξη, κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό βάρος. Επιτέθηκαν σε τρεις ανθρώπους που η μοναδική εμφανής σύνδεσή τους ήταν η κομματική τους ταυτότητα.

Αυτό αλλάζει την κλίμακα του φόβου.
Διότι αν ο στόχος δεν είναι ο υπουργός, ο βουλευτής πρώτης γραμμής, ο άνθρωπος που υπογράφει αποφάσεις ή ο παράγοντας που προκαλεί πάθη, αλλά ο πολιτευτής, το κομματικό στέλεχος, ο πρώην βουλευτής που έχει επιστρέψει στην κανονικότητα της ζωής του, τότε το μήνυμα δεν αφορά την κορυφή της πολιτικής. Αφορά τη βάση της δημοκρατίας.
Αφορά τον οποιονδήποτε δέχεται να εκτεθεί δημόσια. Τον άνθρωπο που μπαίνει σε ένα ψηφοδέλτιο. Τον δικηγόρο που πολιτεύεται. Τον κομματικό πρόεδρο που κρατά χαμηλούς τόνους. Τον πρώην βουλευτή που δεν έχει πια καμία κυβερνητική ισχύ. Τον πολίτη που κουβαλά, έστω και ψευδεπίγραφα στα μάτια των δραστών, την ιδιότητα του «πολιτικού στόχου».
Με άλλα λόγια, η τρομοκρατική λογική δεν χτυπά μόνο πρόσωπα. Χτυπά την ίδια την ιδέα ότι ένας πολίτης μπορεί να συμμετέχει στα κοινά χωρίς να μετατρέπει το σπίτι του σε πιθανό πεδίο επίθεσης.

Η Βάγια Νέστορα δεν ήταν πολιτικό πρόσωπο. Δεν έδωσε συνέντευξη. Δεν υπέγραψε ανακοίνωση. Δεν κατέβηκε σε εκλογές. Δεν πήρε θέση σε κομματικό όργανο. Ήταν η μητέρα ενός ανθρώπου που πολιτεύτηκε. Και όμως, πλήρωσε με τη ζωή της ένα «μήνυμα» που κάποιοι θέλησαν να στείλουν με φωτιά. Αυτή είναι η απόλυτη γύμνια της πολιτικής βίας: ξεκινάει δήθεν με ιδεολογία και καταλήγει να σκοτώνει ανθρώπους που δεν είχαν καμία σχέση με τον στόχο.
Στην αμερικανική πολιτική ανάλυση υπάρχει μια αρχή απλή και σχεδόν κυνική: όταν δεν καταλαβαίνεις το κίνητρο, κοίτα την επιλογή του στόχου. Η επιλογή του στόχου είναι το πραγματικό μανιφέστο. Εδώ, αν το μανιφέστο ήταν η κομματική ιδιότητα, τότε έχουμε περάσει σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από μια επίθεση εναντίον «στελεχών». Έχουμε περάσει σε μια προσπάθεια ποινικοποίησης της πολιτικής συμμετοχής από το πεζοδρόμιο.
Και αυτή η χώρα έχει υπάρξει πολλές φορές επιεικής με τη γλώσσα της βίας. Τα «γκαζάκια» έγιναν σχεδόν οικείο λήμμα. Κάτι μικρό, σχεδόν τεχνικό, σαν να μιλάμε για βλάβη σε καυστήρα και όχι για εμπρηστικό μηχανισμό σε κατοικημένη πολυκατοικία. Η λέξη μαλακώνει το γεγονός. Το γεγονός όμως δεν μαλακώνει. Η φωτιά δεν κάνει πολιτική ανάλυση. Δεν ξεχωρίζει τον πολιτευτή από τη μητέρα του, τον ένοικο από τον γείτονα, τον στόχο από τον τυχαίο άνθρωπο που κοιμάται στον επάνω όροφο.

Το ακόμη πιο ενοχλητικό είναι ότι κάθε φορά μετά από τέτοιες επιθέσεις η δημόσια ζωή επιδίδεται στο γνωστό τελετουργικό. Δηλώσεις καταδίκης, αυστηροί τόνοι, μερικές δόσεις κομματικού συμψηφισμού, λίγη τηλεοπτική ένταση και μετά επιστροφή στην κανονικότητα. Μέχρι την επόμενη φορά. Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπάρχει κανονικότητα για να επιστρέψουμε. Υπάρχει μια νεκρή γυναίκα.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη: ένα ερώτημα που δεν μπορεί πια να κρυφτεί πίσω από τις συνήθεις πολιτικές ευκολίες. Πόσο ασφαλής είναι μια δημοκρατία όταν ένας πολίτης μπορεί να γίνει στόχος όχι επειδή κυβερνά, όχι επειδή αποφασίζει, όχι επειδή διαθέτει εξουσία, αλλά επειδή κάποτε πολιτεύτηκε, επειδή κάποτε είχε μια κομματική ιδιότητα, επειδή κάποιος τον κατέταξε στο αντίπαλο στρατόπεδο;

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η υπόθεση παύει να είναι μόνο υπόθεση της Νέας Δημοκρατίας. Είναι υπόθεση όλων των κομμάτων. Όλων των πολιτευτών. Όλων των ανθρώπων που μπαίνουν στη δημόσια σφαίρα χωρίς αστυνομικές συνοδείες, χωρίς θωρακισμένα αυτοκίνητα, χωρίς την αίσθηση ότι η πολιτική τους επιλογή μπορεί να εμπλέξει την οικογένειά τους σε μια βίαιη νύχτα.
Διότι η δημοκρατία δεν ζει από τους αρχηγούς της. Ζει από τους πολλούς μικρούς κρίκους της: τους υποψήφιους, τα μέλη, τους εθελοντές, τους ανθρώπους που σηκώνουν ένα τηλέφωνο, μοιράζουν ένα φυλλάδιο, συμμετέχουν σε μια επιτροπή, βάζουν το πρόσωπό τους σε μια αφίσα. Αν αυτοί αρχίσουν να σκέφτονται ότι η συμμετοχή στα κοινά μπορεί να έχει τίμημα για το σπίτι, τους γονείς ή τα παιδιά τους, τότε οι δράστες έχουν πετύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εμπρηστική επίθεση. Έχουν μικρύνει τη δημοκρατία.
Γι’ αυτό το λάθος ερώτημα είναι «γιατί αυτοί οι τρεις;».
Το σωστό ερώτημα είναι: «γιατί όχι οποιοσδήποτε;».
Και η απάντηση, αν δεν δοθεί γρήγορα από το κράτος δικαίου, αλλά και καθαρά από το πολιτικό σύστημα, θα μείνει να αιωρείται πάνω από την πόλη σαν καπνός. Όχι ο καπνός μιας ακόμη επίθεσης που ξεχάστηκε. Αλλά ο καπνός μιας προειδοποίησης: ότι η πολιτική βία, όταν την υποτιμάς, δεν μένει ποτέ εκεί όπου την άφησες. Προχωρά. Χτυπά πιο κοντά. Μπαίνει στις πολυκατοικίες. Και κάποια στιγμή, όταν όλοι ψάχνουν αργά τη σύνδεση, η απάντηση είναι ήδη μπροστά τους.
Η μόνη σύνδεση ήταν η δημοκρατία.
Και αυτή ήταν αρκετή για να μπει φωτιά.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA






