Οι πρώτες σοβαρές παρενέργειες της συμφωνίας Ε.Ε. – Mercosur χτυπούν την ελληνική παραγωγή: πατάτες πωλούνται για 6 λεπτά το κιλό στη Βουλγαρία, ρύζια μένουν στα σιλό και φασόλια στις αποθήκες
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΝΗΣ
Τα κοτόπουλα από τη Βραζιλία που έφτασαν στην Ελλάδα στο πλαίσιο των εισαγωγών βάσει της συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης – Mercosur και εντοπίστηκαν πριν από λίγες ημέρες μολυσμένα με σαλμονέλα, ήταν το πρώτο καμπανάκι στην ελληνική αγορά.
Λίγους μόνο μήνες μετά τη συμφωνία, οι Έλληνες παραγωγοί βλέπουν ήδη με απόγνωση τα προϊόντα τους να σαπίζουν στις αποθήκες, καθώς η αγορά στρέφεται στα πολύ φθηνότερα και, ενδεχομένως, αμφιβόλου ποιότητας εισαγόμενα.
Διάσημα ελληνικά προϊόντα, όπως το ρύζι Χαλάστρας, οι πατάτες Άνω Βροντούς Σερρών και τα φασόλια Πρεσπών, μένουν αδιάθετα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, με τους παραγωγούς αλλά και τις τοπικές κοινωνίες, που σε πολλές περιπτώσεις ζουν από αυτό το εισόδημα, να βρίσκονται σε απόγνωση.
Οι πατάτες της Άνω Βροντούς στη Βουλγαρία
Τις τελευταίες ημέρες φορτηγά γεμάτα με τις περίφημες πατάτες της Άνω Βροντούς Σερρών αναχωρούν από το χωριό. Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι παραγωγοί της περιοχής θα έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Στη συγκεκριμένη, όμως, είναι σε απόγνωση, καθώς τις πουλούν σε εξευτελιστικές τιμές.
«Φεύγουν για τη Βουλγαρία προς 6 λεπτά το κιλό. Το φαντάζεστε; Ο κόπος μιας ολόκληρης χρονιάς. Πηγαίνουν εκεί και τις κάνουν προτηγανισμένες, τις βάζουν σε σαλάτες. Τι να κάνουμε; Από το να τις βλέπουμε να σαπίζουν, καλύτερα να φεύγουν, για να αδειάσουν και οι αποθήκες», λέει στην «Κ» ο Βασίλης Μιχτσόγλου, πρόεδρος της κοινότητας Άνω Βροντούς και πατατοπαραγωγός.
Και προσθέτει: «Ακόμη και για να τις πετάξουμε ή να τις πάμε για βιοαέριο, θα χρεωθούμε πάλι το κόστος μεταφοράς. Δεν το αντέχουμε».
Όπως λένε οι παραγωγοί, οι αθρόες εισαγωγές του τελευταίου διαστήματος από τρίτες χώρες έθεσαν τις πατάτες της Άνω Βροντούς, φημισμένες για την ποιότητά τους, στα αζήτητα. Την ίδια στιγμή, πέρυσι η τιμή πώλησης είχε φτάσει έως και τα 50 λεπτά το κιλό και οι πατάτες ήταν ανάρπαστες.
Τώρα που ξεκινά η νέα καλλιεργητική περίοδος, ελάχιστοι είναι εκείνοι που άρχισαν να σπέρνουν. Οι περισσότεροι είναι ήδη χρεωμένοι.
«Σκεφτείτε ότι πέρυσι βάζαμε πετρέλαιο με 1,40 ευρώ το λίτρο και φέτος με 2 ευρώ, ενώ πέρυσι αγοράζαμε το λίπασμα 400 ευρώ τον τόνο και φέτος έφτασε τα 900 ευρώ. Πώς να σπείρουμε; Πώς θα βγούμε οικονομικά; Όλες οι τιμές έχουν εκτοξευτεί και οι πατάτες είναι στη χαράδρα», επισημαίνει ο κ. Μιχτσόγλου.
Τα ρύζια Χαλάστρας στα σιλό
Στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, στον κάμπο του Αξιού, εκτείνεται ο μεγαλύτερος ορυζώνας της Ελλάδας, με 100.000 στρέμματα. Οι αγρότες σε Χαλάστρα, Κύμινα, Μάλγαρα, Βραχιά και Άδενδρο παράγουν, σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 60% έως 70% του εγχώριου ρυζιού.
Φέτος, όμως, βλέπουν περίπου τη μισή παραγωγή τους να παραμένει απούλητη στα σιλό.
«Εισάγονται στη χώρα αμφιβόλου ποιότητας ρύζια από τρίτες χώρες σε εξευτελιστικές τιμές και, με αυτό το όπλο στα χέρια τους, οι έμποροι ζητούν από εμάς να πουλήσουμε κάτω από το κόστος. Ζητούν να αγοράσουν προς 24 λεπτά το κιλό, όταν το κόστος φέτος έφτασε στα 38 λεπτά. Και πέρυσι, που πουλήσαμε σε αυτή την τιμή, πάλι “μέσα” μπήκαμε», εξηγεί στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Σέφης, πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Κυμίνων – Μαλγάρων.
Για την ποιότητα των εισαγόμενων ρυζιών, προσθέτει: «Ραντίζουν με προϊόντα που στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν απαγορευτεί εδώ και χρόνια, οπότε δεν ξέρουμε καν τι ρύζι είναι αυτό».
Την ίδια ώρα, μαζί με τους παραγωγούς, αρκετοί από τους οποίους είναι νέοι σε ηλικία, αλλά έχουν ήδη εγκαταλείψει το επάγγελμα, μαραζώνει και ολόκληρη η περιοχή.
«Ζούμε σε καθεστώς οικονομικής ασφυξίας και αυτό μεταφέρεται στην τοπική κοινωνία. Τα περισσότερα χωράφια είναι ενοικιαζόμενα και φυσικά απλήρωτα. Με τη στενότητα που υπάρχει, αυτά τα χρήματα είναι απαραίτητα. Λείπουν πλέον, γιατί αδυνατούμε να τα καταβάλουμε. Λείπουν και από την αγορά γενικότερα, αφού δεν έχουμε κι εμείς. Πρατήρια, καταστήματα με αγροτικά εφόδια, σούπερ μάρκετ. Δεν κινείται το χρήμα», τονίζει ο κ. Σέφης.
Τα πρώτα προβλήματα και για τα φασόλια Πρεσπών
Η Βασιλική Παπαδοπούλου, παραγωγός φασολιών από τον Λαιμό Πρεσπών, έχει ακόμη σχεδόν ολόκληρη τη συγκομιδή της στην αποθήκη.
«Οι έμποροι φέτος προτίμησαν τα φασόλια εισαγωγής και η παραγωγή έμεινε αδιάθετη. Πώς να ξεκινήσουμε τη νέα παραγωγή, αφού δεν έχουμε πάρει ούτε ένα ευρώ; Όταν έχουμε ακόμη χρέη από πέρυσι;» αναρωτιέται.
«Εμείς, στον συνεταιρισμό, δεν έχουμε πρόβλημα, αλλά και εδώ μεμονωμένοι παραγωγοί δεν διέθεσαν φέτος τα προϊόντα τους, σε αντίθεση με πέρυσι, που δεν έμεινε φασόλι αδιάθετο», διαπιστώνει και ο Αντώνης Φωτίου, εκπρόσωπος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φασολοπαραγωγών Εθνικού Δρυμού Πρεσπών «Πελεκάνος».
Ο ίδιος επισημαίνει και ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα για τα φημισμένα φασόλια της περιοχής: τις ελληνοποιήσεις.
«Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι οι ελληνοποιήσεις προϊόντων. Ο Έλληνας, έχουμε διαπιστώσει, δεν αλλάζει εύκολα το φασόλι Πρεσπών. Δεν θα προτιμήσει ξένο προϊόν στο πιάτο του. Το θέμα είναι όταν έρχεται ξένο προϊόν, ελληνοποιείται και “βαφτίζεται” φασόλι Πρεσπών», αναφέρει.
Ο συνεταιρισμός προσπαθεί να περιορίσει τις ελληνοποιήσεις διαθέτοντας απευθείας την παραγωγή στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, λόγω της ύπαρξης μεσαζόντων, το φαινόμενο δεν μπορεί να αποτραπεί πλήρως.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΑRFITSA ΣΤΙΣ 16/5/2026



