, Παρασκευή
27 Ιανουαρίου 2023

Καλύτερη η μέτρηση θερμίδων για απώλεια βάρους από τη διαλειμματική νηστεία

Σε μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Journal of the American Heart Association, ερευνητές στις ΗΠΑ αξιολόγησαν τη συσχέτιση μεταξύ των διαστημάτων ύπνου και φαγητού και της μακροπρόθεσμης αλλαγής σωματικής βάρους.

Η παχυσαρκία και το υπερβολικό βάρος είναι δύο καλά καθορισμένοι τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου για χρόνιες ασθένειες. Πειραματική και μηχανιστική έρευνα έδειξε ότι ο χρόνος κατανάλωσης φαγητού (με την μορφή φαγητού περιορισμένου χρόνου ή διαλείπουσας νηστείας) μπορεί να ρυθμίσει την μεταβολική λειτουργία και να μειώσει το σωματικό βάρος.

Συγκεκριμένα, η χρονικά περιορισμένη κατανάλωση φαγητού, η οποία περιλαμβάνει περιορισμό της κατανάλωσης τροφής σε 4-12 ώρες την ημέρα χωρίς μείωση της πρόσληψης θερμίδων, έχει συνδεθεί με ενισχυμένη ομοιόσταση του σωματικού βάρους και είναι μια συνιστώμενη τεχνική απώλειας βάρους.

Ωστόσο, η έρευνα εξακολουθεί να είναι ελλιπής ως προς τα πιθανά πλεονεκτήματα των χρονικά περιορισμένων προτύπων διατροφής, ιδιαίτερα τις δυσκολίες που σχετίζονται με τη διατήρηση τέτοιων διατροφικών προτύπων.

Σχετικά με την νέα μελέτη

Οι ερευνητές αξιολόγησαν τη σύνδεση ανάμεσα στο χρονικό διάστημα μεταξύ του πρώτου και του τελευταίου γεύματος της ημέρας και των σχετικών αλλαγών στο βάρος.

Οι συμμετέχοντες περιελάμβαναν άτομα ηλικίας 18 ετών και άνω που είχαν ηλεκτρονικά αρχεία υγείας (EHR), με τουλάχιστον μία καταγεγραμμένη σε αυτά μέτρηση βάρους και ύψους εντός των τελευταίων δύο ετών.

Οι ερευνητές ανέπτυξαν την εφαρμογή smartphone Daily24, η οποία επέτρεπε στους συμμετέχοντες να καταγράφουν τις συνήθειες διατροφής, αφύπνισης και ύπνου τους ανά 24ωρο σε πραγματικό χρόνο. Οι διατροφικές συνήθειες που αξιολογήθηκαν στην μελέτη ήταν η ώρα του γεύματος και η κατά προσέγγιση εκτίμηση για το μέγεθος ενός γεύματος.

Οι συμμετέχοντες κατέγραφαν τα πάντα σχεδόν σε πραγματικό χρόνο χρησιμοποιώντας την εφαρμογή όσο το δυνατόν συχνότερα κατά τις πρώτες τέσσερις εβδομάδες. Όσον αφορά τη διάρκεια του ύπνου, οι συμμετέχοντες σημείωναν την ώρα που κοιμήθηκαν το προηγούμενο βράδυ και την ώρα που ξύπνησαν την τρέχουσα ημέρα.

Κατά την εγγραφή, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να συμπληρώσουν μια διαδικτυακή έρευνα και να καταγράψουν το βάρος τους κατά την έναρξη και ξανά τέσσερις μήνες αργότερα.

Συγκεντρώθηκαν, επίσης, στοιχεία για την φυλή, το φύλο, το επίπεδο εκπαίδευσης, το αν ήταν καπνιστές, το εισόδημα. Το Διεθνές Ερωτηματολόγιο Φυσικής Δραστηριότητας χρησιμοποιήθηκε για τη συλλογή δεδομένων σχετικά με τη σωματική δραστηριότητα, που ταξινομήθηκαν σε τρία επίπεδα: υψηλό, μέτριο και χαμηλό ανάλογα με τη διάρκεια και την ένταση.

Αποτελέσματα

  • Το τελικό επιλέξιμο δείγμα αποτελούνταν από 547 συμμετέχοντες
  • Η μέση διάρκεια παρακολούθησης βάρους ήταν 6,3 χρόνια
  • Η μέση περίοδος από το πρώτο έως το τελευταίο γεύμα ήταν 11,5 ώρες
  • Η περίοδος από το ξύπνημα μέχρι το πρώτο γεύμα ήταν 1,6 ώρες
  • Η μέση περίοδος από το τελευταίο γεύμα ως τον ύπνο ήταν 4 ώρες
  • Η μέση διάρκεια ύπνου ήταν 7,5 ώρες

Οι συμμετέχοντες που ανέφεραν υψηλότερο Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) κατά την εγγραφή τους είχαν περισσότερες πιθανότητες:

  • να είναι μεγαλύτερης ηλικίας
  • να έχουν υπέρταση ή διαβήτη
  • να έχουν μεγαλύτερο διάστημα μεταξύ τελικού γεύματος και ύπνου
  • να έχουν χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης
  • να έχουν μικρότερη κατανάλωση λαχανικών/φρούτων
  • να έχουν λιγότερη σωματική δραστηριότητα
  • να έχουν μικρότερη διάρκεια μεταξύ του πρώτου και του τελευταίου γεύματος

Η ομάδα σημείωσε ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ:

  • του πρώτου και του τελευταίου γεύματος
  • του ξυπνήματος και του πρώτου γεύματος
  • του τελικού γεύματος και του ύπνου και
  • η συνολική διάρκεια ύπνου

Δεν συνδέθηκε με την αλλαγή βάρους.

Σε μοντέλα που αντιπροσώπευαν πιθανές συγχυτικές μεταβλητές, κάθε μία ώρα αύξησης στη διάρκεια μεταξύ του πρώτου και του τελικού γεύματος κατά την έναρξη σχετιζόταν με κατά μέσο όρο 0,005 kg ετήσια αύξηση βάρους.

Η ετήσια μεταβολή βάρους που σχετίζεται με:

  • το διάστημα μεταξύ του ξυπνήματος και του ύπνου ήταν 0,02 kg
  • του τελευταίου γεύματος και του ύπνου ήταν 0,07 kg και
  • τη συνολική διάρκεια ύπνου ήταν 0,11 kg

Αυτές οι συσχετίσεις διατηρήθηκαν πριν και μετά την εγγραφή, εκτός από τη διάρκεια μεταξύ του τελευταίου γεύματος και του ύπνου, αποκαλύπτοντας μια αντίστροφη σχέση με την αλλαγή βάρους μετά την εγγραφή.

Συμπέρασμα

  • Τα ευρήματα της μελέτης έδειξαν ότι ο αριθμός των μεσαίων και μεγάλων γευμάτων συσχετίστηκε θετικά με την αύξηση βάρους, ενώ η αναλογία των μικρών γευμάτων σχετιζόταν αρνητικά με την αλλαγή βάρους.
  • Η κατανομή της ενεργειακής πρόσληψης νωρίτερα μέσα στην ημέρα φάνηκε να σχετίζεται με χαμηλότερη συχνότητα αύξησης βάρους.

Τα δεδομένα ΔΕΝ υποστήριξαν τη διαλειμματική νηστεία ως μακροπρόθεσμη προσέγγιση μείωσης βάρους.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα μεγάλης κλίμακας με μεγάλες περιόδους παρακολούθησης για να περιγραφεί με ακρίβεια η σχέση μεταξύ του χρόνου γεύματος και της αλλαγής βάρους.

iatropedia.gr