Με αφορμή τα μπραβιλίκια και τις μπουνιές σε εκδήλωση μουσικών βραβείων – τρομάρα μας – άρχισε μια μάλλον ατελέσφορη συζήτηση γύρω από τις μουσικές συνήθειες των νέων.
Ένα ατελείωτο «κατηγορώ» για το τι ακούνε, για το αν «πρέπει» να ακούνε αυτούς τους περίεργους που προσπαθούν να τραγουδήσουν αλλά που για να το κάνουν προφανώς από κάπου ενθαρρύνθηκαν. Και από τη στιγμή που στα πρόσωπα αυτών των Snik, Light, Trannos και δε συμμαζεύεται, και όλων των αμερικανόφερτων και κυρίως συμπεριφορών, οι δισκογραφικές εταιρίες μυρίστηκαν χρήμα, οι μουσικές πλατφόρμες και τα social media απογείωσαν μια μόδα καλυμμένη πίσω από έναν ψευδεπίγραφο καταγγελτικό στίχο για τη σημερινή πραγματικότητα των νέων: Στιχουργήματα σαν το «βγάζω τα διπλά, ζηλεύουν τα μ…νιά», θα βρεις πολλά, όχι μόνο στο youtube και το spotify αλλά και στους ψιθύρους των παιδιών σου που μάταια θα προσπαθείς να ανακαλύψεις τι στο διάολο βρίσκουν κι ακούνε… Κι εδώ είναι η παγίδα…
Η νοσταλγολαγνεία ενέχει τον κίνδυνο μιας πεπλανημένης πραγματικότητας. Ο καθένας ορίζει το παρελθόν του ως την πιο ρομαντική κι αθώα εποχή. Στις αρχές των 80s ήταν must να αυτοπροσδιορίζεσαι κλασσικός ροκάς καθότι τα δημοφιλέστερα συγκροτήματα heavy metal μεσουρανούσαν. Οι 16άρηδες της εποχής χτυπιόνταν με το γρέζι του Ροπ Χάλφορντ των Judas Priest κροάζοντας το «breaking the law» αδιαφορώντας για το στίχο που μιλούσε για την απόγνωση των νέων της εποχής καταγγέλλοντας την αδιαφορία των κυβερνώντων για την ανεργία που οδηγεί, εν τέλει, στην παρανομία. Καλά – καλά αγγλικά δεν γνώριζαν τότε, αλλά θεωρούσαν πολιτικό ακτιβισμό την Punk βλέποντας τον Τζόνι Ρότεν των Sex Pistols να χοροπηδά στη σκηνή «υμνώντας» την αναρχία και καυτηριάζοντας από άλλη οδό στο «Anarchy in the U.K.» το κοινωνικό status στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η άλλη πλάνη είναι πως όταν είσαι έφηβος, δεν μπορείς να καταλάβεις ποιητές ή στιχουργούς σαν τον Γκάτσο, τον Παπαδόπουλο, τον Ελευθερίου, το Ρίτσο, τον Ελύτη ή τον Καββαδία. Κάποιοι παλαιότεροι της δικής μου γενιάς ίσα που πρόλαβαν να τραγουδήσουν Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Ξαρχάκο εξαιτίας της μελωδίας και πολλά πολλά χρόνια αργότερα κατανόησαν το νόημα των αριστουργηματικών στίχων τους. Αλλά και εκείνη ακόμη την εποχή δίσκους πουλούσαν σουξεδάκια σαν το «να παίζει το τρανζίστορ τα αμερικάνικα» της σταρ Μαρινέλας κι όχι «η μπαλάντα του οδοιπόρου» του Χατζιδάκι. Σήμερα που εκ των πραγμάτων δεν υπάρχουν αναγεννησιακοί συνθέτες αυτού του διαμετρήματος, τα παιδιά ψάχνουν σανίδα σε ό,τι βλέπουν. Τα εκατομμύρια views που μετρούν μαζί με πολλά εκατομμύρια ευρώ οι σημερινές δισκογραφικές εταιρίες σημαίνει ότι η απήχηση είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτό που κι εμείς νομίζουμε. Κι επειδή social media σημαίνει διαδραστικότητα, ας μην ελεεινολογούμε για τις ασχήμιες που «είδαμε» στα μουσικά βραβεία, ούτε για το τι ακούνε οι γιοι και οι κόρες μας. Αύριο θα βρεθεί πάλι κάτι καινούργιο, αμερικανόφερτο, εξίσου ή και περισσότερο απεχθές για να το αντικαταστήσει. Εικόνες σαν του Σταύρου Ξαρχάκου που οργάνωσε μια παρέα παιδιών σε ταβέρνα της Σύρου διευθύνοντας τους με το πάθος μιας ενορχήστρωσης στο Ηρώδειο απλώς είναι για να μας θυμίζουν ότι, ευτυχώς, υπήρξαν και αυτοί οι Ελληνες…


