, Σάββατο
15 Ιουνίου 2024

search icon search icon

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι Μύκονος και ούτε θέλουμε να της μοιάσουμε

Ο Θεσσαλονικιός όμως δε φείδεται χρημάτων αν γνωρίζει ότι η ποιότητά του προϊόντος είναι ανάλογη, ακόμη κι αν το τίμημα είναι ένα κομμένο ρεύμα, αέριο ή η καθυστέρηση μιας δόσης δανείου.

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ

Με έναν φίλο μου υψηλά στην ιεραρχία του δήμου «τσακωνόμασταν» προχθές εξαιτίας μιας έρευνας που είχε δημοσιοποιηθεί πριν μερικούς μήνες. Σύμφωνα μ’ αυτήν η Θεσσαλονίκη κατατάχθηκε στις τρεις καλύτερες  πόλεις παγκοσμίως για να είναι κανείς ψηφιακός νομάς το 2022.

Ποιος το λέει; Μια εταιρεία διαχείρισης εμπορικών ακινήτων με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, η Instant Offices η οποία κατέταξε 77 τοποθεσίες με βάση, όπως αναφέρει, τον ιδανικό συνδυασμό οικονομικά αποδοτικής διαβίωσης με όμορφο καιρό, εξαιρετικής συνδεσιμότητας στο ίντερνετ και ποιότητας ζωής.

Κρατώντας μια μικρή επιφύλαξη ως προς τα κριτήρια επιλογής από μια εταιρεία διαχείρισης εμπορικών ακινήτων και μια μεγαλύτερη ως προς τα κίνητρά της, η Θεσσαλονίκη σήμερα έχει εξασφαλισμένο μόνο τον ήλιο. Η μόνη συνδεσιμότητα εξαντλείται μάλλον στην καταχρηστική σωματική επαφή από το στριμωξίδι ενός λεωφορείου του ΟΑΣΘ. Το «τσικ του τσικ» μπορεί να ήταν μια κάποια διέξοδος στις εποχές του Νόμου περί τεντιμποϊσμού, στα 60s ωστόσο μετά από μια πανδημία και εν μέσω θέρους, δεν θα το συνιστούσαν ούτε οι νοσταλγοί του Γούντστοκ.

Η ποιότητα ζωής είναι περσινά ξινά σταφύλια παραπέμποντας σε εποχές προ κρίσης, με το κυκλοφοριακό να πνίγει την καθημερινότητα των επισκεπτών και επαγγελματιών, την καθαριότητα να επαφίεται στον «πατριωτισμό» των κατοίκων της και δεν τη λες πια και ασφαλή όταν στην τουριστική βιτρίνα της Αριστοτέλους μαχαιρώνονται λαθρέμποροι τσιγάρων και λοιπής … φαρμακολογίας. Όσο για το αν είναι οικονομική πόλη, εξαρτάται για ποιόν… Για έναν  Ισραηλινό που θα ταξιδέψει στην πόλη με δυόμισι φορές υψηλότερο κατά κεφαλή εισόδημα 42.600) δολ.) σε σχέση με το Θεσσαλονικιό (16.900), η ζωή στην πόλη μπορεί και να (του) φανεί οικονομική.

Ρισκάροντας να επιβεβαιώσω την έντονη παραφιλολογία περί ενός πυροτεχνήματος, επισκέφθηκα για δεύτερη φορά μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων τη νέα αγορά του Μοδιάνο. Η πρώτη εντύπωση ήταν περίπου όπως την είχα φανταστεί: Υπεράνθρωπη έως και απονενοημένη προσπάθεια μίμησης των ευρωπαϊκών food Halls αλλά χωρίς την ανάλογη ποιότητα. Δυο μακαρονάδες στο χαρτί, αναμονή για τις πάρεις από το διάδρομο, ανά χείρας τα μαχαιροπήρουνα, το τριμμένο τυρί, τις χαρτοπετσέτες σαν άλλη θεά Κάλι ελάχιστη βοήθεια και ύφος Αντουανέτας με στυλ «Ιγνάτιε φύγε δε θα σε χρειαστώ άλλο», που όταν τους ρωτάς τι μπορείς να παραγγείλεις σου απαντάνε «ό,τι βλέπεις».

Καταρχάς ας αφήσουμε το ακριβό του πράγματος. Το πρόβλημα δεν είναι – τόσο – η ακρίβεια ενός food hall άλλωστε ούτε το κορυφαίο Time out της Λισαβόνας, ούτε  η La Boqueria στη Βαρκελώνη φημίζονται για την … φτήνια τους αλλά για την απαράμιλλη ποιότητα κάτι που δεν το είδα στην Μοδιάνο.

Ο εύκολος αντίλογος είναι «μα καλά θα ήθελες τη βρομιά της προηγούμενης κατάστασης όπου η αγορά έζεχνε εν μέσω αρθρόποδων και τρωκτικών;» Προφανώς και όχι, αλλά το πρόβλημά μας είναι πάντοτε η ισορροπία. Άλλωστε ένα μαγαζί μερικών τετραγωνικών που ενοικιάζεται με μίσθωμα εκκίνησης περί τα 1500 ευρώ είναι λογικό να πουλά ακριβά την πραμάτεια του. Ο Θεσσαλονικιός όμως δε φείδεται χρημάτων αν γνωρίζει ότι η ποιότητά του προϊόντος είναι ανάλογη, το απέδειξε από τα πολυτελή εστιατόρια στα οποία δύσκολα βρίσκεις θέση έως και καθημερινές ακόμη κι αν το τίμημα είναι ένα κομμένο ρεύμα, αέριο ή η καθυστέρηση μιας δόσης δανείου.

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι Μύκονος και φαντάζομαι ότι λίγοι θέλουν να μοιάζει με αυτήν με τη μορφή που πήρε σήμερα. Η Θεσσαλονίκη σήμερα απαριθμεί 23 πεντάστερα ξενοδοχεία κάτι που σημαίνει ότι οι πολυεθνικές που επενδύουν στον τουρισμό και τη φιλοξενία κάτι περισσότερο θα γνωρίζουν. Αν όμως ποντάρουν μόνο στην επικοινωνιακή επίφαση προόδου τύπου ερευνών με τους … ψηφιακούς νομάδες φοβάμαι ότι οι επενδύσεις τους – αν είναι αληθινές – θα διαβούν γρήγορα τον Ρουβίκωνα. Αν πάλι υπολογίσουν στη διατήρηση του χρώματος της Θεσσαλονίκης ως μιας πόλης που πάντοτε το ρυθμό της έδιναν οι γηγενείς και οι νέοι, τότε νομιμοποιούνται να ελπίζουν ότι δε θα βγουν χαμένοι.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ KARFITSA

Ακολουθήστε τη Karfitsa στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από τη Θεσσαλονίκη, την Ελλάδα και τον κόσμο.