Στο «διά ταύτα» φτάνουν οι υπολογισμοί του υπουργείου Οικονομικών σχετικά με τα υπερκέρδη των πετρελαϊκών διυλιστικών ομίλων κατά το 2022, με αρμόδιες πηγές να κάνουν λόγο για συνολικό ποσό 600 εκατ. ευρώ που θα εισρεύσει στα δημόσια ταμεία κατόπιν εφαρμογής της έκτακτης φορολόγησης.
Του ΜΙΧΑΛΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ
Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει ότι θα προχωρήσει στο συγκεκριμένο μέτρο όταν ψηφιστεί από την ΕΕ ο σχετικός κανονισμός, διατηρώντας το ποσοστό φορολόγησης που θα αποφασίσουν οι Βρυξέλλες. Αυτό σημαίνει ότι τα έσοδα θα εισπραχθούν το 2023 και θα ενισχύσουν τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους.
Αντίστοιχα μέχρι τα τέλη του χρόνου πρόκειται να εισρεύσουν στα κρατικά ταμεία τα ποσά που προκύπτουν από την έκτακτη εισφορά 90% στα υπερβάλλοντα κέρδη των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας για την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2021 έως τον Ιούνιο του 2022, όπως δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το ποσό των 600 εκατ. ευρώ θα αξιοποιηθεί άμεσα, καθώς ακόμη και πριν από τα Χριστούγεννα (πιθανότατα κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2023) η κυβέρνηση σχεδιάζει να ανακοινώσει τη χορήγηση νέων επιδομάτων σε κατηγορίες πολιτών προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ακρίβεια στα βασικά αγαθά.
Σκρέκας: «Θα επιστρέφουμε τα υπερέσοδα στους καταναλωτές»
Σε κάθε περίπτωση, η φορολόγηση των πετρελαϊκών εταιρειών, πέραν των άλλων, έρχεται να υπηρετήσει το αφήγημα της κυβέρνησης, σύμφωνα με το οποίο, όπως το διατύπωσε ο ΥΠΕΝ Κώστας Σκρέκας στο συνέδριο του energypress Renewable & Storage Forum, «όπου παράγονται υπερέσοδα εμείς θα τα ανακτούμε και θα τα επιστρέφουμε πίσω στους καταναλωτές. Αυτό είναι απόφαση του πρωθυπουργού και αυτό θα εφαρμόσουμε».
Οι εγχώριες πετρελαϊκές εταιρείες πάντως δεν έχουν κρύψει τον προβληματισμό τους για την κυβερνητική γραμμή επί του θέματος, σημειώνοντας ότι υπάρχει ανάγκη διευκρινίσεων. Για παράδειγμα, να αποσαφηνιστεί το ύψος της φορολόγησης, αν δηλαδή θα είναι 33% ή μεγαλύτερο ποσοστό. Επίσης, το αν θα ενταχθούν στη φορολόγηση οι εταιρείες εμπορίας καυσίμων, όπως προτάθηκε από τη Γερμανία.
Ένα ακόμη σημείο που χρήζει διευκρινίσεων είναι το πώς θα αντιμετωπιστούν φορολογικά τα υποχρεωτικά αποθέματα που τηρούν τα διυλιστήρια. Θα πρέπει να εξεταστεί αν πρόκειται για περιουσία των διυλιστηρίων που αυξάνεται ή μειώνεται ανάλογα με την πορεία των τιμών του πετρελαίου ή πρόκειται για μια δραστηριότητα που αποφέρει κέρδη. Δηλαδή, οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι η έκτακτη φορολόγηση δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει τα λογιστικά κέρδη από την αύξηση της αξίας των υποχρεωτικών αποθεμάτων πετρελαίου, αλλά να αφορά τα συγκρίσιμα προσαρμοσμένα κέρδη.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL


