Θανατική ποινή ή ποινή του θανάτου ονομάζεται η επιβολή από το κράτος, μέσω της δικαιοσύνης, ποινής με την οποία ο κατηγορούμενος για κάποιο έγκλημα -εξαιρετικά σοβαρό στις περισσότερες περιπτώσεις- καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται.
Της: ΤΖΙΝΑΣ ΑΛΕΞΑΚΗ
Σήμερα στην παγκόσμια έννομη τάξη υπάρχουν 54 χώρες που διατηρούν τη θανατική ποινή, 36 που ναι μεν προβλέπεται από τους νόμους τους αλλά στην πράξη έχουν πολλά χρόνια να την εφαρμόσουν, καθώς και 105 που την έχουν καταργήσει. Επίσης, η συχνότητα και το εύρος των εγκλημάτων για τα οποία εφαρμόζεται η θανατική ποινή παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών που την εφαρμόζουν.
Στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες που τη διατηρούν εφαρμόζεται μόνο για ειδεχθή εγκλήματα, ενώ υπάρχουν χώρες που την εφαρμόζουν για μοιχεία, για εγκυμοσύνη εκτός γάμου ή ακόμη και σε ομοφυλόφιλους. Στην Κίνα, η οποία κατέχει τα πρωτεία και μάλιστα δεν δίνει και ακριβή στοιχεία για τον αριθμό των θανατοποινιτών, έγιναν περισσότερες από 550 εκτελέσεις το 2014, στη Σαουδική Αραβία 90, ενώ στην Ιαπωνία μόλις 3.
Σε παγκόσμιο επίπεδο η τάση τα τελευταία χρόνια είναι να καταργηθεί η θανατική ποινή, χωρίς όμως να λείπουν και οι εξαιρέσεις, όπου χώρες που την έχουν καταργήσει εξετάζουν να την επαναφέρουν. Διεθνώς υπάρχει μεγάλη διάσταση απόψεων γύρω από το αν η ύπαρξη της θανατικής ποινής βοηθά ή όχι στη μείωση της εγκληματικότητας.
Ακόμη και επιστημονικές έρευνες αδυνατούν να προσδώσουν μια ξεκάθαρη εικόνα γύρω από το ζήτημα, καθώς υπάρχουν έντονες διαφορές από χώρα σε χώρα κυρίως λόγω κοινωνικοοικονομικών και θρησκευτικών παραγόντων.
Πολύ σημαντικό επιχείρημα εναντίον της θανατικής ποινής αποτελεί το ότι αν έπειτα από κάποια εκτέλεση ο καταδικασθείς αποδειχτεί πως ήταν αθώος (κάτι που έχει συμβεί ουκ ολίγες φορές), δεν υπάρχει κανένας τρόπος επανόρθωσης. Αντίθετα, οι υπέρμαχοι της θανατικής ποινής υποστηρίζουν πως μόνο έτσι επιτυγχάνεται η δίκαιη τιμωρία σε δράστες ειδεχθών εγκλημάτων, στους οποίους μάλιστα αποκλείεται κάθε δυνατότητα μελλοντικής διάπραξης παρόμοιας σοβαρότητας εγκλημάτων.
Στον ευρωπαϊκό χώρο όλες οι χώρες, με εξαίρεση τη Λευκορωσία, έχουν προχωρήσει στην κατάργηση της θανατικής ποινής. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής υπάρχουν διαφορές στην πρόβλεψη ή στην εφαρμογή της ανάλογα με την πολιτεία. Σε άλλες πολιτείες προβλέπεται και εφαρμόζεται, σε άλλες προβλέπεται αλλά έχει πολλά χρόνια που δεν εφαρμόζεται, ενώ σε κάποιες έχει καταργηθεί.
Στην Ελλάδα η θανατική ποινή υπήρχε σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας, ήδη από τα αρχαία χρόνια. Είναι γνωστή άλλωστε η ιστορία του Σωκράτη, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε πίνοντας το κώνειο.
Στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, μετά το 1821, συνεχίστηκε η εφαρμογή της θανατικής ποινής, κυρίως με τη μέθοδο του τουφεκισμού και σπανιότερα με αποκεφαλισμό σε γκιλοτίνα. Ωστόσο, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μειώθηκε πολύ η εφαρμογή της. Η τελευταία εκτέλεση έγινε το 1972. Ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε ήταν ο Βασίλης Λυμπέρης, ο οποίος είχε καταδικαστεί για τους φόνους τεσσάρων μελών της οικογένειάς του.
Έκτοτε, παρόλο που προβλεπόταν από τον νόμο, δεν εφαρμόστηκε ξανά. Η επίσημη κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ελλάδα έγινε με τον νόμο 2172/1993 και επικυρώθηκε στην αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001.
*Η Τζίνα Αλεξάκη είναι δικηγόρος
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL







