Είμαστε στο ταξί και κατευθυνόμαστε από το αεροδρόμιο στη Ραφήνα για να πάρουμε το πλοίο. Ο ταξιτζής μας υπόσχεται πως θα μας πάει γρηγορότερα από κάτι στενά.
Έχει συνδεδεμένο το τάμπλετ του με τα ηχεία. Καθώς προχωρούμε σε κάτι αγροτικούς δρόμους ακούγονται σφυριά και σαν κάποιος να χτυπά λαμαρίνες. Τον ρωτάω τι είναι και μου δείχνει το τάμπλετ όπου παίζει από το youtube ένα βίντεο. «Βλέπω τι γίνεται στην Ινδία», μας λέει. «Εκεί παίρνουν παλιά αυτοκίνητα τα αποσυναρμολογούν και φτιάχνουν καινούρια φορτηγά». Μας πιάνει νευρικό γέλιο, μέχρι που αντιλαμβανόμαστε πως έκανε 3 φορές λάθος και έχει χαθεί. «Άμα σε ζαλίζει η γυναίκα σου να τι παθαίνεις», λέει. Είναι προφανές πως για όλα φταίει μια γυναίκα.
Ενώ έχουμε χαθεί κανονικά μας ρωτάει εάν θα φύγει το καράβι επειδή υπάρχει απαγορευτικό. Παθαίνουμε νέο πανικό παίρνω στην ΕΡΤ, παίρνω στο λιμεναρχείο και μου λένε ότι δεν υπάρχει απαγορευτικό, ούτε υπήρξε. Φτάνουμε στη Ραφήνα σε 45 λεπτά, ενώ η απόσταση κανονικά διαρκεί 20.
Στο καράβι καθόμαστε δίπλα σε μία οικογένεια με δίδυμα. Μοιάζουν αλλά όχι απόλυτα. Η μαμά ασχολείται, ο μπαμπάς καθόλου. Κάνω την δική μου αναδρομή και την δική μου αυτοκριτική για το πόσο ασχολιόμουν εγώ. Διαβάζω λίγο το βιβλίο μου και μετά από λίγο βλέπω το μπαμπά της οικογένειας μέσα στα νεύρα. Το ένα κοριτσάκι τον έχει περιλούσει με τον καφέ ή με… εμετό και η μπλούζα του έχει ένα απροσδιόριστο χρώμα. Το ένα κοριτσάκι κάνει εμετό στη σακούλα αυτή τη φορά.
Ένα νέο παιδί λέει στη φίλη του και κρυφακούω: «Ξέρεις πόσα δισεκατομμύρια αστέρια έχει ο γαλαξίας μας; Ξέρεις ότι θέλει συγκεκριμένη απόσταση και μέγεθος από τη Γη και τη Σελήνη για να γίνει η έκλειψη»; Εκείνη ακούει.
Σηκώνομαι να πάρω καφέ και κρυφακούω ένα άλλο ζευγάρι. Ο άντρας κοιτά ένα κανίς. «Σκυλί με την επόμενη γκόμενα σου» λέει εκείνη. «Σιγά μην πάρω σκυλί» λέει αυτός αντί να πει «δεν πρόκειται να έχω άλλη γκόμενα».
Σχολιάζουμε πως όλοι γύρω μας παίζουν με το κινητό. Ακόμα και οι παπάδες στο πίσω τραπέζι βλέπουν εκκλησιαστικά ποστ και διάγγελμα του πατριάρχη. Όταν φτάνουμε ένας κύριος με μπαστούνι κατεβαίνει τη ράμπα. «Γιατί γέρασες έτσι απότομα εσύ;», τον ρωτάει μία κυρία συνομήλικη του. «Δεν γέρασα, έπαθα διάστρεμμα» απαντά εκείνος.




