Την 1η Οκτωβρίου 1946, ύστερα από μια ακροαματική διαδικασία που διήρκεσε σχεδόν έναν χρόνο, έφτανε η ώρα της ετυμηγορίας για τα κορυφαία στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος.
Ογδόντα χρόνια αργότερα, ο δημοσιογράφος Σταύρος Τζίμας επιστρέφει στη γερμανική πόλη με το βιβλίο του «Η Κληρονομιά της Νυρεμβέργης», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο.
Η σχέση του συγγραφέα με τη Νυρεμβέργη είναι και προσωπική. Στα νεανικά του χρόνια έζησε εκεί περιστασιακά ως παιδί μετανάστη, χωρίς να γνωρίζει τότε το τεράστιο ιστορικό βάρος της πόλης. Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα επέστρεψε ως ρεπόρτερ, αναζητώντας τα ίχνη του τόπου όπου ο εθνικοσοσιαλισμός οικοδόμησε τον μύθο του και όπου γράφτηκε ο δικαστικός επίλογος των εγκλημάτων του.
Αφετηρία του βιβλίου αποτέλεσε δημοσιογραφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε για τη συμπλήρωση 80 χρόνων από τη Δίκη και παρουσιάστηκε σε ειδική έκδοση της «Καθημερινής». Ο Σταύρος Τζίμας εμπλούτισε το υλικό με νέες μαρτυρίες, αρχειακά τεκμήρια και συνομιλίες με ιστορικούς, πολιτικούς και κατοίκους.
Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει ότι δεν επιχειρεί να γράψει ακαδημαϊκή ιστορία. Επισκέπτεται την περίφημη Αίθουσα 600, περιηγείται στα μνημειώδη κτίσματα του ναζιστικού καθεστώτος και εξετάζει πώς η σημερινή Νυρεμβέργη διαχειρίζεται το παρελθόν της.

Ο πρόλογος του Ευάγγελου Βενιζέλου και οι εισαγωγές των Στράτου Δορδανά, Αντώνη Κλάψη και Μανώλη Κούμα πλαισιώνουν 24 κεφάλαια, τα οποία αναπτύσσονται γύρω από τρεις άξονες: τη Δίκη και τα πρόσωπά της, την ίδια την πόλη και τον τρόπο με τον οποίο η ναζιστική κληρονομιά επηρεάζει τη σύγχρονη Γερμανία.
Για τον Έλληνα αναγνώστη, ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το κεφάλαιο για την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Στις 3 Ιανουαρίου 1946 κατέθεσε στη Νυρεμβέργη ο Ντίτερ Βισλίτσενι, στενός συνεργάτης του Άντολφ Άιχμαν. Περιέγραψε τον μηχανισμό της «Τελικής Λύσης» και αναφέρθηκε στους περίπου 54.000 Εβραίους της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας που εκτοπίστηκαν στο Άουσβιτς. Η κατάθεσή του περιλάμβανε στοιχεία και για τη λεηλασία των περιουσιών τους.
Το βιβλίο φωτίζει ακόμη λιγότερο γνωστά πρόσωπα, όπως την Αλεξάνδρα Ανδρούσσου, η οποία συμμετείχε στις ανακρίσεις των κατηγορουμένων ως δακτυλογράφος και διερμηνέας του Γάλλου ανακριτή Πιερ Μουνιέ, αλλά και τη Σαρλότ Κνόμπλοχ, που έζησε σε ηλικία επτά ετών τη Νύχτα των Κρυστάλλων.
Ο επίλογος επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, μέσα από την ιστορία ενός αντιτύπου του «Mein Kampf» που βρέθηκε εγκαταλελειμμένο στο κέντρο της πόλης μετά την αποχώρηση των Γερμανών, τον Οκτώβριο του 1944. Το βιβλίο περισυνέλεξε ένας φοιτητής της Νομικής και μέλος της ΕΠΟΝ, από βιβλιοφιλικό και όχι ιδεολογικό ενδιαφέρον.
Ο Σταύρος Τζίμας δεν αποφεύγει ούτε το διαχρονικό ερώτημα εάν η Νυρεμβέργη αποτέλεσε «δικαιοσύνη των νικητών». Αναδεικνύει, όμως, τη συμβολή της στη συγκρότηση του σύγχρονου διεθνούς δικαίου, στην καθιέρωση της έννοιας των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και στην αναγνώριση της ατομικής ευθύνης για κρατικά εγκλήματα.
Σε μια εποχή κατά την οποία η ακροδεξιά ενισχύεται ξανά στη Γερμανία, «Η Κληρονομιά της Νυρεμβέργης» μετατρέπει την πόλη από τόπο μνήμης σε καθρέφτη του παρόντος και θέτει ένα ανήσυχο ερώτημα: πόσο μακρινό είναι ένα παρελθόν που επιστρέφει;



