Προοπτικές ανάπτυξης για το ελληνικό μέλι στην απαιτητική αγορά της Ιαπωνίας καταγράφει έρευνα της ελληνικής πρεσβείας στο Τόκιο, παρά το περιορισμένο μερίδιο που κατέχει σήμερα το προϊόν.
Όπως επισημαίνεται, η πλήρης κατάργηση των δασμών στις εισαγωγές φυσικού μελιού από την Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2025, στο πλαίσιο της Συμφωνίας Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης ΕΕ-Ιαπωνίας (Japan-EU EPA), δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την αύξηση των ελληνικών εξαγωγών.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ιαπωνία αποτελεί ώριμη και σταθερή αγορά μελιού, με περίπου το 95% της κατανάλωσης να καλύπτεται από εισαγωγές. Η συνολική κατανάλωση εμφανίζεται σταθερή σε περίπου 45.000-50.000 τόνους με μέτριες ετήσιες διακυμάνσεις ενώ οι εισαγωγές, τα τελευταίο χρόνια εμφανίζουν ήπια ανοδική τάση, ανερχόμενες κατά το 2025 σε 51.644 τόνους ή, κατ´ αξία, σε περίπου 119,3 εκατ. ευρώ.
Βάση στοιχείων ΟΗΕ, ως εισαγωγές μελιού η Ιαπωνία ήταν το 2025 ο τρίτος μεγαλύτερος παγκόσμιος εισαγωγέας κατ´ αξία μετά τις ΗΠΑ και την Γερμανία και ο τέταρτος μεγαλύτερος εισαγωγέας σε όγκο μετά τις ΗΠΑ, την Γερμανία και το Ην. Βασίλειο.
Ως προς την κατανάλωση, το 60% του εισαγόμενου μελιού αφορά στην οικιακή κατανάλωση και το 40% κατευθύνεται στο εμπόριο και την μεταποίηση (κυρίως αρτοποιία και ζαχαροπλαστική αλλά και για καλλυντικά).
Το ελληνικό μέλι -μεταξύ των προμηθευτών από την ΕΕ- αντιστοιχούσε σε λιγότερο του 1% της αξίας και σε μόλις 0,32% του όγκου εισαγωγών της χώρας το 2025, γεγονός που αναδεικνύει τα σημαντικά περιθώρια διεύρυνσης της παρουσίας του. Κυρίαρχος προμηθευτής παραμένει η Κίνα, η οποία καλύπτει περίπου το 70% των εισαγωγών, ενώ μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ οι βασικοί προμηθευτές είναι η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία, που συγκεντρώνουν αθροιστικά πάνω από το 83% των εισαγωγών ενωσιακού μελιού.
Η μελέτη επισημαίνει ότι η ελληνική παραγωγή μπορεί να αξιοποιήσει τη θέση της στην κατηγορία των προϊόντων υψηλής ποιότητας (premium), καθώς διαθέτει ιδιαίτερα γευστικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούνται από τα πιο ομοιογενή μέλια που κυριαρχούν στην ιαπωνική αγορά. Ειδική αναφορά γίνεται στο θυμαρίσιο μέλι και το πευκόμελο, τα οποία μπορούν να απευθυνθούν σε καταναλωτές που αναζητούν αυθεντικά προϊόντα με έντονο χαρακτήρα.
Ωστόσο, η μελέτη σημειώνει ότι οι Ιάπωνες καταναλωτές παραδοσιακά προτιμούν μέλια ήπιας γεύσης, ενώ η τιμή και η γεύση αποτελούν τα βασικά κριτήρια αγοράς, λόγω και των πρόσφατων πληθωριστικών πιέσεων. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας του ελληνικού προϊόντος μέσω ελκυστικής συσκευασίας, ποιοτικής επισήμανσης, κατάλληλων μεγεθών συσκευασίας και ανάδειξης της αυθεντικότητας και της ιχνηλασιμότητάς του.
Στη μελέτη επισημαίνεται, ακόμη, ότι η επιτυχής διείσδυση στην ιαπωνική αγορά προϋποθέτει συνεργασία με αξιόπιστους τοπικούς εισαγωγείς και χονδρεμπόρους, αυστηρή συμμόρφωση με τους κανονισμούς της χώρας, προσαρμογή της στρατηγικής μάρκετινγκ στις τοπικές προτιμήσεις και ενίσχυση της προβολής του ελληνικού brand. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στη συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων σε μεγάλες διεθνείς εκθέσεις τροφίμων στην Ιαπωνία, όπως οι FOODEX, Supermarket Trade Show, Anuga Japan και JFEX Premium.








