Το δωμάτιο είναι σκοτεινό. Η σιωπή είναι βαθιά, σχεδόν αφόρητη. Στη μέση του δωματίου, ένας άνθρωπος κάθεται με τη σύντροφό του. Στην πραγματικότητα όμως, απολύτως μόνος. Η πλάτη του καμπουριασμένη, τα δάχτυλα ακουμπούν στο τραπέζι και το βλέμμα του σκαλώνει σε ένα σημείο που κανείς άλλος δεν μπορεί να δει.
Ο επικεφαλής
Κάποτε τον χειροκροτούσαν. Κάποτε τα λόγια του είχαν βάρος. Τώρα, η εξουσία του έχει γίνει ένα ρούχο φθαρμένο, ένα ύφασμα που γλιστράει αργά από τους ώμους του. Αλλά δεν θα το αφήσει να πέσει. Όχι ακόμα. Προσπαθεί να κρατηθεί, να αρπαχτεί από οτιδήποτε μπορεί να του δώσει έστω την ψευδαίσθηση ότι ακόμα ελέγχει, εξουσιάζει. Στήνει σκιές πίσω από τις κουρτίνες, βάζει πρόσωπα πιστά στην εξουσία του να μιλούν αντί γι’ αυτόν. Αν δεν μπορεί να κυβερνήσει, τουλάχιστον μπορεί να στήσει ένα θέατρο. Αν δεν μπορεί να εμπνεύσει, μπορεί να φοβίσει. Κλείνει τις πόρτες πίσω του, πνίγει τις φωνές που τον αμφισβητούν. Δημιουργεί μια πραγματικότητα όπου οι εχθροί του δεν είναι άνθρωποι με επιχειρήματα, αλλά δαίμονες που θέλουν να καταστρέψουν την τάξη, την τάξη του. Φοράει το προσωπείο του θύματος, του κυνηγημένου ηγέτη που μάχεται ενάντια σε σκοτεινές δυνάμεις. Όμως το βλέμμα του είναι άδειο. Ξέρει. Ξέρει ότι όλα αυτά δεν αρκούν. Ότι η ίδια η κοινωνία που κάποτε τον αποθέωσε, τώρα τον κοιτάζει με εκείνη την ανησυχητική ησυχία που προηγείται της καταιγίδας. Ξέρει ότι η στιγμή έρχεται, ότι οι λέξεις του πλέον δεν αντηχούν, αλλά σβήνουν πριν φτάσουν στα αυτιά των δημοτών.
Τι του απομένει;
Η ψευδαίσθηση. Το παιχνίδι των καθρεφτών, όπου τα πάντα αντανακλούν την εικόνα που θέλει να δείξει. Το «θα» γίνεται το μόνο του όπλο. Θα κάνει, θα διορθώσει, θα ακούσει, θα παραδεχτεί για πρώτη φορά λάθη. Κάθε λέξη ένα σκοινί που νομίζει πως θα τον κρατήσει πάνω από το κενό. Και έξω, στο σκοτάδι που στέκει πέρα από τους τοίχους του «θρόνου» του, μια νέα γενιά περιμένει. Κάποιοι βουβοί, κάποιοι διστακτικοί, αλλά αρκετοί ήδη έτοιμοι. Δεν έχουν φωνάξει ακόμα, δεν έχουν δείξει τα πρόσωπά τους, αλλά είναι εκεί. Ο επικεφαλής τους φοβάται. Τον ενοχλεί η σιωπή τους περισσότερο από τις κραυγές. Το ξέρει. Αν δεν μιλήσουν τώρα, θα μιλήσουν αύριο. Και αύριο, δεν θα είναι πια αυτός που θα ακούγεται. Κλείνει τα μάτια. Ίσως για να βρει μια λύση. Ίσως γιατί μέσα του, βαθιά, έχει ήδη καταλάβει το τέλος.
Από τη στήλη Politically Incorrect της ηλεκτρονικής εφημερίδας Political

