«Σε καταριέμαι να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς», λέει μια παλιά κινέζικη παροιμία. Η ευχή (ή κατάρα) φαίνεται ότι έπιασε για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία από την πρώτη μέρα της ανάληψης των καθηκόντων της μέχρι σήμερα, μόνο μαζική επέλαση ακρίδων από τη Λατινική Αμερική δεν αντιμετώπισε.
Της ΕΛΛΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Ο απεγκλωβισμός από τη μέγγενη των μνημονίων, η προσπάθεια δημιουργίας θερμού επεισοδίου στον Έβρο, η πανδημία και τώρα η ενεργειακή, οικονομική, γεωπολιτική και γεωστρατηγική κρίση που ξέσπασε από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πριν από έξι μήνες.
Το στοίχημα για τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ είναι κρίσιμο. Όχι μόνο γιατί ο ίδιος καλείται να δώσει ένα ακόμα δείγμα γραφής στη διαχείριση πολυεπίπεδων και πλήρως αντικρουόμενων αναγκών, αλλά και να επιβεβαιώσει τη λαϊκή ρήση «των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν, μαγειρεύουν».
Η διεθνής οικονομία και το πεδίο της ενέργειας μοιάζουν με κινούμενη άμμο και ο όποιος σχεδιασμός κινδυνεύει να ανατραπεί στην επόμενη γωνία.
Για τον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος εξαρχής επένδυσε στην ανάγκη ανάκτησης της αξιοπιστίας της χώρας και πάλεψε επί τρία χρόνια με νύχια και με δόντια για να την ανασύρει από το έδαφος της αναξιοπιστίας και να την καταστήσει ισχυρό και υπολογίσιμο συνομιλητή, οι όποιες κινήσεις δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ανοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία ήδη στενάζει υπό το βάρος της ενεργειακής ακρίβειας και των δυσβάστακτων αυξήσεων στα βασικά καταναλωτικά αγαθά και τις υπηρεσίες. Και αυτό, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να το παραγνωρίσει. Πόσω μάλλον η κυβέρνηση της ΝΔ που άπλωσε το πιο γενναιόδωρο δίχτυ προστασίας από όλες τις χώρες της ΕΕ για την αντιμετώπιση της ενεργειακής μάστιγας.
Κι επειδή, πάντα, στη ζωή -όπως και στην πολιτική- το κέρμα έχει δύο όψεις, ο πρωθυπουργός θα μεταβεί στη ΔΕΘ με δύο ισχυρά όπλα: την διαρκώς ανοδική πορεία ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, η οποία σύμφωνα με τη χθεσινή ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ «σκαρφάλωσε» στο 7,7% και τα υπερέσοδα από τον τουρισμό, τα οποία αναμένεται να ξεπεράσουν και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις.
Ένας από τους βασικούς κινδύνους για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από την Ελλάδα είναι η πλήρης διακοπή των ροών του ρωσικού φυσικού αερίου, όπως προειδοποιεί η Morgan Stanley, ένα σενάριο που γίνεται όλο και πιο πιθανό μετά την ανακοίνωση της Gazprom για την επ’ αόριστον διακοπή λειτουργίας του Nord Stream 1.
Οι κίνδυνοι, ωστόσο, για την ελληνική οικονομία αλλά και συνολικά για την Ευρωζώνη καραδοκούν. Ειδικά στην περίπτωση που ο Πούτιν υλοποιήσει την απειλή του και προχωρήσει σε πλήρη διακοπή του ρωσικού φυσικού αερίου προς την ΕΕ, η κατάσταση θα γίνει ακόμα πιο περίπλοκη απ’ ό,τι είναι σήμερα.
Η κυβέρνηση αισιοδοξεί ότι η χώρα μας θα είναι σε θέση να περιορίσει σταδιακά το ρωσικό φυσικό αέριο χωρίς μεγάλη δυσκολία αυτόν τον χειμώνα, μειώνοντας τον κίνδυνο εφαρμογής δελτίου ενέργειας. Αυτό, άλλωστε, προβλέπουν και διεθνείς οίκοι, όπως πρόσφατα η JP Morgan.
Λόγω των σωρευμένων προβλημάτων, ωστόσο, που θα αντιμετωπίσουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν χρειάζονται μαγικές ικανότητες για να προδιαγράψει κανείς ότι θα βρεθούμε μπροστά σε νέες, δραματικές αυξήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους θα επιφέρουν νέα αύξηση του πληθωρισμού και παρεπόμενη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών.
Οι κρίσεις, όμως, γεννούν και ευκαιρίες. Και ο κ. Μητσοτάκης έχει πολλάκις ασκηθεί στο παρελθόν στη μετατροπή μεγάλων κρίσεων σε ευκαιρία για τη χώρα. Όταν όλα πάνε καλά, μοιραία επέρχεται ένας σχετικός, έστω, εφησυχασμός.
Η Ελλάδα πέρασε διά πυρός και σιδήρου τα τελευταία δώδεκα και πλέον χρόνια. Έχει μπροστά της κι άλλη δύσκολη στροφή. Μακάρι η Ευρώπη να αρθεί στο ύψος των ιστορικών περιστάσεων και να λάβει τις δέουσες αποφάσεις για το κοινό καλό. Ακόμα όμως κι αν δεν το πράξει, τουλάχιστον στον επιθυμητό βαθμό, «το παιχνίδι» είναι στα χέρια του πρωθυπουργού.
Και ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL



