Τελικά, η φετινή ΔΕΘ, η οποία σηκώνει αυλαία αύριο με την ομιλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, πραγματοποιείται σε ένα διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο που όλοι φαντάζονταν στις αρχές του καλοκαιριού, αλλά, ταυτόχρονα, καθόλου σαν εκείνο που επιδίωκε ή ευελπιστούσε η αντιπολίτευση όταν δημοσιοποιήθηκε η υπόθεση των παρακολουθήσεων.
Της ΕΛΛΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Διότι η τελευταία, αν και προφανώς ευαισθητοποιεί την κοινή γνώμη, δεν δείχνει ικανή να ανατρέψει τις υπάρχουσες πολιτικές ισορροπίες. Για του λόγου το αληθές, και οι πέντε δημοσκοπήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο δεκαήμερο επιβεβαιώνουν δύο τινά: Πρώτον, ότι οι όποιες φθορές στην κυβερνητική δυναμική οφείλονται πρωτίστως στην ακρίβεια και την εύλογη αγωνία των πολιτών για τον χειμώνα που έρχεται. Και δεύτερον, ότι το δεύτερο κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ, που φιλοδοξεί να ξαναπάρει την κυβερνητική σκυτάλη από τη ΝΔ, παρά τις πρωτόγνωρες δυσκολίες με τις οποίες βρέθηκε στα τελευταία τρία χρόνια η κυβέρνηση, δεν έχει κατορθώσει να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Θες γιατί είναι νωπή η εμπειρία από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, θες γιατί δεν έχει βρει έναν αντιπολιτευτικό βηματισμό πειστικό, πάντως, δεν…
Η κυβερνητική πλειοψηφία χάνει ένα μικρό -μέσα σε αυτές τις συνθήκες- ποσοστό, αλλά και αυτό δεν το κερδίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά σε ελάχιστο βαθμό. Και, δυστυχώς για τη χώρα (και για τον ίδιο, φυσικά, αλλά αυτό είναι δικό του πρόβλημα), συνεχίζει στην ίδια ρότα.
Ποντάρει στον διχασμό, στην πόλωση και, φυσικά, στην «προοδευτική διακυβέρνηση» γενικώς και αορίστως. Διότι οι σημερινές δημοσκοπικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ δεν αρκούν για να σχηματίσουν κυβέρνηση, με τον νόμο που ψηφίστηκε επί των κυβερνητικών ημερών του κ. Τσίπρα.
Πιθανότατα, όμως, λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο. Που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η σκληρή πραγματικότητα της συγκυρίας, με ολόκληρη την ΕΕ να κλυδωνίζεται συθέμελα από τις βαριές συνέπειες της ενεργειακής κρίσης, απότοκου της σύγκρουσης Δύσης – Ρωσίας.
Σε μια στιγμή που η Ελλάδα, από κοινού με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, προετοιμάζεται για τον πιο δύσκολο χειμώνα από το 1945 και που όλως τυχαίως τώρα διάλεξε την εποχή ο Ερντογάν για να απειλήσει ευθέως με τουρκική απόβαση στα ελληνικά νησιά, διλήμματα σαν αυτά που προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ, πχ, «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» και διάφορα άλλα, φαντάζουν από ανεδαφικά έως βερμπαλιστικά. Και πάντως, πολύ μακριά από τις πραγματικές αγωνίες των πολιτών.
Βεβαίως, διλήμματα θα θέσουν όλα τα κόμματα. Και ο πρωθυπουργός θα αναπτύξει το βασικό δίλημμα «κυβερνησιμότητα ή ακυβερνησία». Ένα δίλημμα που μοιάζει πολύ πιο στέρεο και ρεαλιστικό στις συνθήκες που διαμορφώνονται.
Και αυτό, ωστόσο, το δίλημμα θα μπει στη βάσανο της εκλογικής κρίσης των πολιτών. Μέχρι τότε, όμως, είναι πολύς ο δρόμος. Και όλα θα κριθούν από το πώς θα διαχειριστεί η κυβέρνηση τη λαίλαπα της ακρίβειας.
Κανείς δεν περιμένει ότι τα πράγματα θα είναι εύκολα. Όταν οι Γερμανοί, οι πολίτες της ισχυρότερης οικονομίας της Ευρωζώνης, προετοιμάζονται για παρατεταμένη «ψυχρολουσία» και από κοντά και οι Γάλλοι, οι Ιταλοί και πλείστοι άλλοι, μπορούμε να εικάσουμε βασίμως ότι όσα έρχονται να δοκιμάσουν για μία ακόμα φορά τις ούτως ή άλλως ισχνές αντοχές μας από την πολυετή ταλαιπωρία των μνημονίων και του κορονοϊού θα είναι δύσκολα.
Όπως και στην πανδημία όμως -όχι χωρίς απώλειες, το αντίθετο- στο τέλος της ημέρας οι πολίτες πίστωσαν στην κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη τον τρόπο που διαχειρίστηκαν τα δεινά που επέφερε στο διάβα της. Αναγνώρισαν ότι μέσα σε συνθήκες πρωτόγνωρης υγειονομικής κρίσης όχι μόνο στάθηκαν στα πόδια τους νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά ενισχύθηκε σημαντικά το πάσχον δημόσιο σύστημα υγείας.
Άλλωστε, το πρόσφατο και απώτερο παρελθόν έχει αποδείξει ότι η πραγματικότητα (και μαζί της η εκλογική πραγματικότητα) είναι ατίθαση. Δεν υποτάσσεται σε εκλογικούς ή κομματικούς σχεδιασμούς, ούτε σε «γραμμές» άμυνας και επίθεσης. Ζυγίζει τα πράγματα και τοποθετείται στην κάλπη.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL








