«Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα». Αυτό είναι το περιβάλλον στο οποίο καλείται να πολιτευθεί ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, οδεύοντας ολοταχώς προς διπλό αδιέξοδο. Έχει μόνο δύο επιλογές να πουλήσει: Ή κυβέρνηση ηττημένων ή ανοχής!
Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για μορφώματα που κινούνται στο όριο της συνταγματικής νομιμότητας και σίγουρα χωρίς αυξημένη πολιτική νομιμοποίηση, αφού ο κ. Τσίπρας γνωρίζει ότι δεν έχει στο πλάι του ισχυρή τη βούληση του λαού. Αναζητά, λοιπόν, παραθυράκια επί της «αρχής της δεδηλωμένης».
Η αρχή της δεδηλωμένης είναι όρος του Συνταγματικού Δικαίου και ορίζει ότι η κυβέρνηση οφείλει να έχει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της απόλυτης πλειοψηφίας των βουλευτών, δηλαδή τουλάχιστον 151 από τους 300 για τη Βουλή των Ελλήνων. Στην Κουμουνδούρου ποντάρουν ακόμα και στη σχετική πλειοψηφία επί των παρόντων. Αν, δηλαδή, τα νούμερα δεν θα βγαίνουν ούτε για κυβέρνηση ηττημένων, έχει ήδη περάσει στο plan B. Μιλά πια ανοιχτά για κυβέρνηση με ανοχή, ένα ακόμη καταστροφικότερο για τη χώρα σενάριο.
Και μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας στη συνέντευξή του στο Star να έκανε την πιο καθαρή μέχρι σήμερα διάψευση κάθε σκέψης για «κυβέρνηση ηττημένων», στις προηγούμενες, όμως, συνεντεύξεις στις οποίες είχε ερωτηθεί σχετικά με το θέμα, το οποίο τέθηκε για πρώτη φορά από τη ΔΕΘ του περασμένου Σεπτεμβρίου και τα όσα είχε αναφέρει ο πρωθυπουργός για «πολιτική τερατογένεση», ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ υπεξέφευγε με… μισόλογα.
«Είμαι κάθετος σε αυτό, εδώ δεν κάνουμε μπακαλική. Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν ότι αν θέλουμε να έχουμε πολιτική αλλαγή στον τόπο αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με έναν τρόπο: Να ηττηθεί η ΝΔ του κ. Μητσοτάκη, και ήττα της ΝΔ σημαίνει νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Προϋπόθεση για την πολιτική αλλαγή και την προοδευτική διακυβέρνηση είναι η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος». Πράγματι η φράση αυτή δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.
Καταδικάζει την αυτοδυναμία
Στην ίδια συνέντευξη, όμως, αναφερόμενος στο ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη, σημείωνε: «Όλα όσα προεκλογικά λέγονται θα είναι πολύ διαφορετικά με αυτά που μετεκλογικά θα αποφασιστούν. Προεκλογικά υπάρχει και θα υπάρχει μια αντιπαράθεση, αλλά μετεκλογικά θα πάρουμε αποφάσεις για το μέλλον του τόπου», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Αλέξης Τσίπρας και πήγε ένα βήμα παραπέρα: «Υπάρχουν δυο εκδοχές. Υπάρχει η εκδοχή της συμμετοχής σε ένα κυβερνητικό σχήμα, υπάρχει η εκδοχή της ανοχής, της στήριξης μιας κυβέρνησης προκειμένου να γίνει πράξη η πολιτική αλλαγή και να μην πάμε σε δεύτερες και τρίτες εκλογές, υπάρχουν πολλές εναλλακτικές εκδοχές. Και για τον κ. Βαρουφάκη»!
Αν, για παράδειγμα, έμπαινε σε κουβέντα για σχηματικό κυβέρνησης «ηττημένων» θα αποδείκνυε στην πράξη ηττοπάθεια, κάτι που κανένας επικοινωνιολόγος στον κόσμο δεν συμβουλεύει τον… πελάτη του.
Σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξης Τσίπρας καταδικάζει σε όλους τους τόνους το αίτημα της κυβέρνησης για αυτοδυναμία και την κατηγορεί πως ετοιμάζεται να ρίξει τη χώρα στην αστάθεια εξαιτίας των συνεχόμενων εκλογικών αναμετρήσεων μέχρι αυτό να συμβεί.
Αφήνοντας στην άκρη ότι τις συνθήκες ακυβερνησίας τις διαμόρφωσε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίζοντας την απλή αναλογική, όχι εν τω μέσω της θητείας του, όταν θα μπορούσε να θεωρηθεί θέμα… αρχής για ένα κόμμα της Αριστεράς, αλλά όταν ο Αλέξης Τσίπρας συνειδητοποίησε ότι δεν πρόκειται να κερδίσει τις επόμενες εκλογές και άρχισε να προετοιμάζει το έδαφος για τις μεθεπόμενες.
Όταν όμως βρισκόταν ο ίδιος προ των πυλών της εξουσίας, δεν έμοιαζε να έχει ιδιαίτερο πρόβλημα ούτε με τον εκλογικό νόμο ούτε βέβαια και με την ίδια την αυτοδυναμία. Έλεγε χαρακτηριστικά τότε σε συνέντευξή του δύο εβδομάδες πριν από τις κάλπες το 2019: «Δεν θα συζητήσουμε κάτι το οποίο βάζει σε δοκιμασία την πολιτική της ανασυγκρότησης που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία. Θα συζητούσαμε οτιδήποτε προωθεί ουσιαστικά -και εννοώ τη λέξη- τη στρατηγική που σας ανέλυσα προηγουμένως. Αλλά νομίζω ότι βιάζεστε. Ο λαός μας δεν θα δώσει μισή ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ. Θα τη δώσει ολόκληρη. Στις 26 του Γενάρη ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ο λαός μας θα είναι αυτοδύναμος».
Οι… μισές κυβερνήσεις
Οτιδήποτε άλλο εκτός από την αυτοδυναμία ήταν τότε για τον Αλέξη Τσίπρα «μισή ευκαιρία» ενώ οι «συνεργασίες από θέση αρχής» είχαν πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων. Μάλιστα εξηγούσε τότε, εναντίον των συνεργασιών, πως αυτές δημιουργούν πρόβλημα αξιοπιστίας σε μια κυβέρνηση, αλλά και αντικειμενικά προβλήματα στην υλοποίηση του προγράμματος του πρώτου κόμματος.
Αυτό το τελευταίο, άλλωστε, το έδειξαν και πολλά παραδείγματα στην Ευρώπη, όπως αυτά της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Δανίας και της Σουηδίας, οι οποίες ανεβοκατεβαίνουν κατά πώς θέλουν οι «σύμμαχοι». Άλλωστε ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής του θητείας έμεινε κυβέρνηση σε δύο περιπτώσεις χωρίς να έχει τη δεδηλωμένη. Αρχικά το καλοκαίρι του 2015 μετά την… περήφανη διαπραγμάτευση όταν χρειάστηκε να ψηφίσει το τρίτο μνημόνιο, δεκάδες μέλη της κοινοβουλευτικής του ομάδας αποχώρησαν αφήνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ μειοψηφία στη Βουλή.
Το ίδιο πάνω κάτω συνέβη και με τη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία άφησε τον ΣΥΡΙΖΑ χωρίς σύμμαχο στην κυβέρνηση, καθώς οι ΑΝΕΛ αποχώρησαν. Ο Αλέξης Τσίπρας τότε ενέταξε στελέχη των ΑΝΕΛ που ήθελαν να κρατήσουν είτε κυβερνητικές θέσεις είτε βουλευτικά έδρανα πλιατσικολογώντας τόσο το κόμμα του πρώην συγκυβερνήτη του όσο και άλλα όπως το Ποτάμι. Λίγο πριν από τις κρίσιμες ψηφοφορίες ο Δημήτρης Τζανακόπουλος σε συνέντευξή του και με αφορμή την αναζήτηση των 151 ψήφων για τη Συμφωνία ανέφερε: «Δεν προκύπτει ότι θα υπάρξει κατά κανέναν τρόπο απώλεια της εμπιστοσύνης της Βουλής. Ο κύριος Καμμένος έχει δηλώσει σαφώς ότι ναι μεν θα αποχωρήσει από την κυβέρνηση, ωστόσο δεν θα υπερψηφίσει ποτέ μια πρόταση δυσπιστίας την οποία θα κατέθετε ο κύριος Μητσοτάκης ή οποιοσδήποτε άλλος από την παρούσα Βουλή».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL








