Η κυπριακή Αστυνομία έβαλε οριστικό τέλος στην πολύκροτη υπόθεση «Σάντη», ανακοινώνοντας πως δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς ή να στοιχειοθετεί τα καταγγελλόμενα αδικήματα. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το υλικό που είχε δει το φως της δημοσιότητας ήταν «ψευδές και κατασκευασμένο».
Στο επίκεντρο της υπόθεσης είχε βρεθεί και το όνομα του υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ, Γιώργου Μυλωνάκη, μέσω φερόμενων επικοινωνιών που αποδίδονταν στο κινητό του τηλέφωνο. Ωστόσο, η έρευνα των κυπριακών Αρχών κατέληξε ότι τα επίμαχα μηνύματα δεν ήταν γνήσια, ενώ το ηχητικό που κυκλοφόρησε δεν αφορούσε τον ίδιο.
«Δεν υπήρξε καμία μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς»
Κατά την επίσημη ενημέρωση, ο αρχηγός της κυπριακής Αστυνομίας, Θεμιστός Αρναούτης, τόνισε ότι η πολύμηνη διερεύνηση δεν ανέδειξε κανένα στοιχείο που να επιβεβαιώνει όσα είχαν καταγγελθεί.
Όπως ανέφερε, οι ανακριτές διαπίστωσαν ότι χρησιμοποιήθηκαν εφαρμογές δημιουργίας ψευδών μηνυμάτων, ενώ οι φερόμενες τηλεπικοινωνίες και οι ισχυρισμοί περί παρακολουθήσεων ή παρεμβάσεων κρίθηκαν ανυπόστατοι.
Η ίδια παραδέχθηκε ότι τα μηνύματα ήταν προϊόν φαντασίας
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην κατάθεση της γυναίκας που βρέθηκε στο επίκεντρο της υπόθεσης, η οποία φέρεται να παραδέχθηκε στους ανακριτές ότι τα μηνύματα αποτελούσαν προϊόν δικής της επινόησης.
Μάλιστα, σύμφωνα με την κυπριακή Αστυνομία, προχώρησε σε επίδειξη του τρόπου δημιουργίας ψεύτικων συνομιλιών μέσω ειδικής εφαρμογής κινητού τηλεφώνου.
Παράλληλα, έρευνες της Europol δεν εντόπισαν καμία από τις επικοινωνίες που είχαν παρουσιαστεί ως αποδεικτικά στοιχεία.
Καταρρίφθηκε και το ηχητικό που συνδεόταν με τον Μυλωνάκη
Ένα από τα βασικά σημεία της υπόθεσης αφορούσε ηχητικό ντοκουμέντο που παρουσιαζόταν ως συνομιλία της «Σάντη» με τον Γιώργο Μυλωνάκη.
Σύμφωνα με τα πορίσματα των ερευνών, το συγκεκριμένο ηχητικό κρίθηκε επίσης κατασκευασμένο. Η ίδια η καταγγέλλουσα φέρεται να παραδέχθηκε ότι το πρόσωπο που ακουγόταν στην ηχογράφηση δεν ήταν ο Έλληνας υφυπουργός.
Οι Αρχές επισημαίνουν ότι το σύνολο των ευρημάτων οδηγεί στο συμπέρασμα πως η υπόθεση στηρίχθηκε σε ψευδές υλικό και μη πραγματικά στοιχεία.
Έρευνα για τη δημιουργία και διασπορά των ψευδών στοιχείων
Μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης, η κυπριακή Νομική Υπηρεσία έδωσε οδηγίες για περαιτέρω ποινική διερεύνηση σχετικά με τη δημιουργία, διακίνηση και δημοσιοποίηση των κατασκευασμένων μηνυμάτων και ηχητικών αρχείων.
Η υπόθεση, που απασχόλησε επί μήνες την κοινή γνώμη σε Κύπρο και Ελλάδα, φαίνεται πλέον να αποκτά νέα διάσταση, με το βάρος να μεταφέρεται στην αναζήτηση όσων ευθύνονται για την κατασκευή και διάδοση του επίμαχου υλικού.



