O Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας κήρυξε την έναρξη των
εργασιών του 2ου Συνεδρίου «Ελλάδα 2030» με θέμα «Οικονομία και Ανάπτυξη.
Μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις, πρωτογενής παραγωγή. Η νέα ατζέντα» που διεξάγεται στο σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας.
Στην εναρκτήρια ομιλία του, ο κ.Τασούλας υπογράμμισε ότι «το 2030, βρίσκεται πολύ κοντά μας» και πρόσθεσε ότι «τόσο το 2030, όσο και οι αρχές της δεκαετίας που έρχεται, θα διαμορφωθούν εν πολλοίς από τις εξελίξεις σε τρία μεγάλα πεδία: Στη γεωπολιτική, στην οικονομία και στην τεχνολογία».
Επισήμανε, επίσης, ότι «η πρόοδος της ελληνικής οικονομίας μέσα στην επόμενη δεκαετία θα συνεχίσει να εξαρτάται αφενός από τον συντονισμό και τη συμβατότητα με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς που θα επιτυγχάνουμε και αφετέρου από την ποιότητα και την πυκνότητα της συμβολής μας στις κοινές ευρωπαϊκές αποφάσεις».
Όπως εκτίμησε «οι κυοφορούμενες μεταβολές στην Τραπεζική Ένωση, στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, στο ψηφιακό ευρώ, αλλά και στην έκδοση κοινού χρέους θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στις επενδύσεις, στον ρυθμό ανάπτυξης, στην ανταγωνιστικότητα και στην απασχόληση».
Αναφερόμενος στην διαλεκτική της Ελλάδας με την τεχνολογική εξέλιξη, υποστήριξε ότι «πρέπει να δυναμώσουμε περισσότερο αυτή τη διαλεκτική, ιδίως σήμερα σε μια εποχή που η νέα γνώση είναι αμέσως προσβάσιμη» και συμπλήρωσε ότι «η σύντηξη ανάμεσα στην ψηφιακή επανάσταση και στην τεχνητή νοημοσύνη είναι μια πρόκληση που πολλοί θεωρούν εφάμιλλη και συγκρίσιμη της βιομηχανικής επανάστασης». Ωστόσο, τόνισε ότι «ο κίνδυνος μιας κοινωνίας στην οποία κυριαρχεί μια νέα τεχνολογικά ισχυροποιημένη ολιγαρχία πρέπει να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά και να αποσοβηθεί».
Εξίσου σημαντική παράμετρο χαρακτήρισε και την εθνική ενότητα, διευκρινίζοντας ότι «άλλοτε έχουμε κατακτήσει όρους ενότητας και άλλοτε μας νίκησαν ο διχασμός και τα πολιτικά πάθη. Η ενότητα στα στοιχειώδη και στα ουσιώδη συχνά μοιάζει δυσκολότερη από οποιαδήποτε μεταρρύθμιση. Είναι όμως η θεμελιώδης προϋπόθεση για κάθε μεταρρύθμιση».
Προέβλεψε δε ότι «η δεκαετία του 2030 θα κερδηθεί ή θα χαθεί στο πεδίο της ενότητας του ελληνικού λαού. Μια ενότητα πέρα και πάνω από πολιτικές διαφορές, ιδιαίτερα σε ταραγμένες εποχές είναι η κυρίαρχη διαφορά ανάμεσα στην επιτυχία και στην αστοχία, στην πρόοδο και την αποτυχία» και επικαλέστηκε τον Τσόρτσιλ, ο οποίος έλεγε ότι «η κυριότερη ικανότητα ενός πολιτικού είναι να προβλέπει τι θα γίνει στο μέλλον και μετά να εξηγεί πειστικά γιατί δεν έγινε αυτό που προέβλεψε».
Αναλυτικότερα, κατά την εναρκτήρια ομιλία του, ο κ. Τασούλας ανέφερε:
«Το 2030, βρίσκεται πολύ κοντά μας. Τόσο το 2030, όσο και οι αρχές της δεκαετίας που έρχεται, θα διαμορφωθούν εν πολλοίς από τις εξελίξεις σε τρία μεγάλα πεδία: Στη γεωπολιτική, στην οικονομία και στην τεχνολογία.
Ζούμε σε ένα διεθνές περιβάλλον με αυξανόμενα στοιχεία αβεβαιότητας και γεωπολιτικής αστάθειας. Οι ισορροπίες του τέλους του Ψυχρού Πολέμου έχουν ήδη αλλάξει αρκετά. Οι συμμαχίες αναδιαμορφώνονται και οι κανόνες του παγκόσμιου παιχνιδιού που γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι πια δεδομένοι. Η Ελλάδα, ωστόσο, έχει αξιοποιήσει έμπρακτα το γεγονός ότι βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Η θέση μας στην Ευρώπη αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της ελληνικής ισχύος. Παράλληλα οι ιστορικές σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες καθίστανται ακόμα πιο ισχυρές μέσα αό αποφάσεις και πρωτοβουλίες που επισφράγισαν την τελευταία δεκαετία. Την ίδια στιγμή έχουμε καλλιεργήσει συνεργασίες και συμμαχίες με σημαντικές χώρες της Μέσης Ανατολής. Η δραστηριοποίηση της Ελλάδας σε τρία πεδία ταυτόχρονα διαμορφώνει μια ισχυρή γεωπολιτική θέση με θετική επίδραση τόσο στην άμυνα, όσο και στην οικονομία. Αυτή η στρατηγική πολλαπλών και παράλληλων συμμαχιών εμπεδώνει ακόμα περισσότερο τη σταθερότητα και την εθνική ασφάλεια. Οφείλουμε λοιπόν να καλλιεργούμε συστηματικά τις διεθνείς συμμαχίες μας και ταυτόχρονα να υποστηρίζουμε ολόπλευρα την εθνική μας άμυνα.
Οικονομικά, εργαζόμαστε για να επιτύχουμε ανάπτυξη με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης. Θέλουμε μια ανάπτυξη που να γίνεται αισθητή όχι μόνο σε ορισμένα στρώματα ή ορισμένες περιοχές. Θέλουμε μια ισχυρή οικονομία που μετασχηματίζει την ανάπτυξη σε κοινωνική συνοχή. Αυτά θα μπορούσαμε να τα πούμε σε κάθε εποχή, ακόμα και πριν από 150 χρόνια. Είναι διαχρονικοί στόχοι. Πώς γίνονται σήμερα πράξη; Σε αυτή την ιστορική φάση εξέλιξης του ελληνικού κράτους, είναι σαφές ότι η ελληνική οικονομία επηρεάζεται καθοριστικά από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και από τις αποφάσεις που διαμορφώνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Επομένως, η πρόοδος της ελληνικής οικονομίας μέσα στην επόμενη δεκαετία θα συνεχίσει να εξαρτάται αφενός από τον συντονισμό και τη συμβατότητα με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς που θα επιτυγχάνουμε και αφετέρου από την ποιότητα και την πυκνότητα της συμβολής μας στις κοινές ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Οι κυοφορούμενες μεταβολές στην τραπεζική ένωση, στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, στο ψηφιακό ευρώ, αλλά και στην έκδοση κοινού χρέους θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στις επενδύσεις, στον ρυθμό ανάπτυξης, στην ανταγωνιστικότητα και στην απασχόληση.
Κατά συνέπεια, έχουμε χρέος να παρακολουθούμε στενά τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Έχουμε την ευκαιρία να συμμετέχουμε δημιουργικά στην διαμόρφωση και την υλοποίηση όλων των νέων πολιτικών. Και έχουμε τη δυνατότητα να αξιοποιούμε τάχιστα όλες τις νέες πολιτικές που συναποφασίζουμε.
Η Ελλάδα της ομφαλοσκόπησης, η ανάλωση σε ανούσιες εσωτερικές συζητήσεις δεν είναι μόνο ανυπόφορη. Έχει και ανυπολόγιστο οικονομικό κόστος. Το κοινό μας μέλλον “γράφεται” καθημερινά στους κοινούς πανευρωπαϊκούς θεσμούς. Σε αυτούς τους θεσμούς δεν πρέπει να έχουν συμμετοχή μόνο οι Έλληνες τεχνοκράτες που είναι επιφορτισμένοι με τις σχετικές ευθύνες. Πρέπει να έχουν συμμετοχή οι επιχειρηματίες, οι επιστήμονες, οι νέοι. Πρέπει να έχει συμμετοχή μια καλά πληροφορημένη κοινή γνώμη στο σύνολό της. Έτσι μόνο θα κατακτήσουμε συλλογικά μια καλύτερη θέση στην Ευρώπη του αύριο. Σκεφτείτε ευρωπαϊκά για να δράσετε ελληνικά ολοένα και πιο δημιουργικά, ολοένα και πιο αποφασιστικά, ολοένα και πιο καταλυτικά για την πρόοδο της πατρίδας μας. Αυτό θα έπρεπε να είναι το σύνθημά μας.
Το τρίτο μεγάλο πεδίο που θα επηρεάσει το ελληνικό μέλλον είναι η διαλεκτική της Ελλάδας με την τεχνολογική εξέλιξη. Πρέπει να δυναμώσουμε περισσότερο αυτή τη διαλεκτική, ιδίως σήμερα σε μια εποχή που η νέα γνώση είναι αμέσως προσβάσιμη. Ιδίως σήμερα που έχει εξαλειφθεί η διαφορά ανάμεσα στο “κέντρο” και στην “περιφέρεια” του καπιταλισμού, για να χρησιμοποιήσω αυτή την παλιά “μαρξιστική διχοτόμηση”.
Η σύντηξη ανάμεσα στην ψηφιακή επανάσταση και στην τεχνητή νοημοσύνη είναι μια πρόκληση που πολλοί θεωρούν εφάμιλλη και συγκρίσιμη της βιομηχανικής επανάστασης. Μια πρόκληση που αλλάζει τα πάντα στο κράτος, στην οικονομία, στην παραγωγή, στις κοινωνικές σχέσεις, στις σχέσεις εργασίας. Οφείλουμε να αξιοποιήσουμε στο έπακρο την τεχνολογία με πάθος και με πείσμα. Αλλά ταυτόχρονα, με το ίδιο πείσμα και με το ίδιο πάθος οφείλουμε να υιοθετήσουμε τις αποφάσεις που διασφαλίζουν ισότιμη πρόσβαση στα αγαθά της τεχνολογίας και της ανάπτυξης. Ο κίνδυνος μιας κοινωνίας στην οποία κυριαρχεί μια νέα τεχνολογικά ισχυροποιημένη ολιγαρχία πρέπει να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά και να αποσοβηθεί.
Γι’ αυτό θα έλεγα ότι η πιο βαθιά πρόκληση είναι πάνω απ’ όλα φιλοσοφική. Μπορεί να ακουστεί “ρετρό”, αλλά καθώς βαδίζουμε προς τη δεκαετία του 2030, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ τη γενιά του ’30. Δηλαδή, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο. Τον Γκάτσο, τον Θεοτοκά, τον Τερζάκη. Όχι μόνο δεν είναι ασύμβατοι με το σήμερα, αλλά είναι σταθερά επίκαιροι. Και ιδού γιατί: Δεν είναι μόνο ότι η γενιά του ’30 επινόησε μια εκδοχή της ελληνικότητας, που έδωσε νόημα και ορισμό στην περίφημη “ελληνική ταυτότητα”, μια νοηματοδότηση που διαρκεί μέχρι σήμερα. Είναι ότι υποστήριξε έμπρακτα την αρχή ότι οι κοινωνίες, οι χώρες, τα έθνη και οι άνθρωποι στηρίζονται στη γλώσσα και στον στοχασμό. Οι γλωσσικά επαρκείς και ικανοί νέοι και νέες στοχάζονται καλύτερα. Και εκείνοι που στοχάζονται καλύτερα είναι εκείνοι που μπορούν να εφεύρουν και να συλλάβουν τις καλύτερες λύσεις με ό,τι κι αν καταπιάνονται.
Ο Ομηρικός Οδυσσέας ανακάλυψε τον Δούρειο Ίππο επειδή μπορούσε να στοχάζεται. Ο Θεμιστοκλής, ο στρατηγός των Αθηναίων που νίκησε στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας σκέφτηκε ότι τα ισχυρότερα τείχη απέναντι στους Πέρσες είναι τα πλοία επειδή μπορούσε να στοχάζεται. Ο Μέγας Αλέξανδρος έφτασε ως την Ινδία επειδή μπορούσε να στοχάζεται. Δάσκαλός του άλλωστε ήταν ο Αριστοτέλης. Και ο Ελευθέριος Βενιζέλος μπορούσε να συλλάβει τις πολιτικές για τον διπλασιασμό της Ελλάδας επειδή μπορούσε να στοχάζεται. Γι’ αυτό άλλωστε μετέφραζε και Θουκυδίδη.
Γι’ αυτό λέμε ότι στη σημερινή εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη δίνει απαντήσεις με ταχύτητα που δεν μπορούμε να συναγωνιστούμε, το μόνο που παραμένει ανεπανάληπτα ανθρώπινο είναι το μυαλό που κρίνει, που δημιουργεί, που γνωρίζει τι να κάνει με την απάντηση. Ας μην υποτιμούμε λοιπόν τις κλασικές σπουδές. Τα ακονισμένα μυαλά είναι αυτά που θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις του αύριο. ‘Αλλη μια παράμετρος λοιπόν για την Ελλάδα της δεκαετίας του 2030 είναι η παιδεία. Η ποιότητα της κλασικής παιδείας εν προκειμένω είναι σαφές ότι θα επηρεάσει το ελληνικό μέλλον και θα κρίνει την πρόοδο και την ανάπτυξη της χώρας.
Τέλος, μια άλλη εξίσου σημαντική παράμετρος είναι η εθνική ενότητα. ‘Αλλοτε έχουμε κατακτήσει όρους ενότητας και άλλοτε μας νίκησαν ο διχασμός και τα πολιτικά πάθη. Η ενότητα στα στοιχειώδη και στα ουσιώδη συχνά μοιάζει δυσκολότερη από οποιαδήποτε μεταρρύθμιση. Είναι όμως η θεμελιώδης προϋπόθεση για κάθε μεταρρύθμιση και για όλα τα παραπάνω που ανέφερα.
Η δεκαετία του 2030 θα κερδηθεί ή θα χαθεί στο πεδίο της ενότητας του ελληνικού λαού. Μια ενότητα πέρα και πάνω από πολιτικές διαφορές, ιδιαίτερα σε ταραγμένες εποχές είναι η κυρίαρχη διαφορά ανάμεσα στην επιτυχία και στην αστοχία, στην πρόοδο και την αποτυχία. Αξίζει να το έχουμε υπόψη μας και αξίζει να εργαζόμαστε γι’ αυτό. Μόνο έτσι θα διαψεύσουμε τον Τσόρτσιλ γιατί θα πραγματοποιηθούν όλα αυτά τα “καλά” και τα θετικά που προβλέπουμε».


