Η ιστορικής σημασίας συμπαραγωγή ανάμεσα σε δύο μεγάλους θεατρικούς οργανισμούς της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, το Εθνικό Θέατρο της Βουλγαρίας «Ιβάν Βαζόφ» και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας για την παράσταση της τραγωδίας του Ευριπίδη «Βάκχες» στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, με συνοδεία ζωντανής μουσικής από το πασίγνωστο συγκρότημα Tiger Lillies, που ενθουσίασε το κοινό και σφράγισε μία σημαντική στιγμή για τις πολιτιστικές σχέσεις των δύο βαλκανικών χωρών, παρουσιάσθηκε από τους συντελεστές του σε συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε στην έδρα του Βουλγαρικού Πρακτορείου Ειδήσεων (BTA), τη Δευτέρα 13 Ιουλίου.
Παρουσιάζοντας από την πλευρά του, ο κ. Κυρίλ Βέλτσεφ, διευθυντής του BTA, επεσήμανε τη μοναδικότητα της παρούσης συγκυρίας, καθώς για πρώτη φορά Βουλγαρικό Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει μια τόσο σημαντική παράσταση στην Επίδαυρο, σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ, συμπληρώνοντας πως το περιοδικό του BTA αφιέρωσε ειδικό τεύχος για τα 150 χρόνια του Θεάτρου «Ιβάν Βαζόφ». Ο κ. Βέλτσεφ υπογράμμισε ότι Βούλγαροι και Έλληνες μοιράζονται κοινές αξίες μέσω του αρχαίου δράματος, κάτι που αποδείχθηκε από τη συγκλονιστική αντίδραση του κοινού, ενώ έκανε μνεία στην παράλληλη έκθεση, που φιλοξενείται στα γραφεία του ΒΤΑ για τον Ντιμίτρι Σισμάνοφ, που επιμελήθηκαν φοιτητές το ΕΚΠΑ και τον καθηγητή Γιάννη Τσομπάνεφ.
Αναφερόμενος στο έργο του Ευριπίδη, τόνισε τη σημασία της διδαχής και της τιμωρίας που φέρει ο θεός Διόνυσος απέναντι στην αλαζονική δυσσέβεια του βασιλιά Πενθέα, που πασχίζει να αντιπαρατεθεί στα θέσμια και τις θρησκευτικές παραδόσεις.
Με τη σειρά του ο κ. Βασίλι Βασίλιεφ, διευθυντής του βουλγαρικού Εθνικού Θεάτρου, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για τη μεγάλη τιμή που δαψιλεύθηκε στον οργανισμό του να ανεβάσει μία τέτοια παράσταση, απηύθυνε θερμές ευχαριστίες στον Μιχαήλ Μαρμαρινό, καθώς και στον διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος για τη δημιουργική συνδρομή τους.
Από την πλευρά του, ο σκηνοθέτης της παράστασης κ. Γιάβορ Γκάρτεφ υπογράμμισε πως το συγκεκριμένο πρότζεκτ αποτελεί την υλοποίηση μιας επιθυμίας πολλών ετών. Όπως εξήγησε, το διδακτικό κείμενο των «Βακχών» συνδυάστηκε με το ενδιαφέρον του για ένα αρχαίο θέατρο που παραμένει ζωντανό και απαντά σε σύγχρονα ερωτήματα. Χαρακτήρισε την εμπειρία της Επιδαύρου ως κορυφαία στιγμή της προσωπικής του επιτυχίας και ως μέσο ανάδειξης της βαλκανικής πολιτιστικής ταυτότητας. Συμπλήρωσε ότι, παρά τις ιστορικές διαφορές ανάμεσα στους δύο λαούς, η παράσταση αποδεικνύει πως αμφότεροι μπορούν να συμπορευθούν, ότι μπορούν να υπάρξουν σχέσεις ανάμεσα στους Έλληνες και Βούλγαρους ηθοποιούς μέσα από το αρχαίο δράμα, αλλά και ότι μπορούν να διευρυνθούν οι διμερείς δεσμοί όχι μόνον πολιτιστικά, αλλά και οικονομικά και πολιτικά.
Όπως πρόσθεσε στη διάρκεια της δουλειάς για την παράσταση, η πρόκληση του ανεβάσματος μετατράπηκε σε έναν στόχο που έγινε πραγματικότητα , καθώς οι ηθοποιοί δεν συμμετείχαν σε κάτι μηχανικό– παρότι η παράσταση δόθηκε στα αγγλικά, αλλά βρήκαν ένα κοινό σημείο για να συναντηθούνε στην τραγωδία κι η επιτυχία της παράστασης εν γένει δείχνει την αξία του πρότζεκτ, το οποίο θα είναι μόνον η αρχή. Προσδίδοντας έναν προσωπικό τόνο στην παρέμβασή του, ο κ. Γκάρτεφ θυμήθηκε συγκινημένος την πρώτη του επίσκεψη στην Επίδαυρο πριν από 37 χρόνια (το 1979), ως μαθητής πολιτιστικού γυμνασίου, περιγράφοντας την Ελλάδα της εποχής εκείνης ως ” προσωπικό καταφύγιο και άνοιγμα στον δυτικό πολιτισμό”, ενώ ξεχώρισε ττη στιγμή που ο Διόνυσος εμφανίστηκε στη σκηνή και το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα στην παράσταση της Επιδαύρου ως μία από τις σημαντικότερες στιγμές που μπορεί να συγκρατήσει στη μνήμη του.
Όσον αφορά το μέλος της παραγωγής των “Βακχών” κ. Δημήτρη Αρβανίτη, η αρχική ιδέα για την παράσταση είχε ως στόχο να προσφέρει μια διαφορετική ματιά στο τι συμβαίνει στην Επίδαυρο. Χαρακτήρισε κατόρθωμα τη σύμπραξη δύο παραδοσιακά δύσκαμπτων οργανισμών και εξέφρασε την ικανοποίησή του που λειτούργησε ως «γέφυρα», μεταφέροντας τη βουλγαρική καλλιτεχνική ματιά στην Ελλάδα. Συμπλήρωσε ότι το μέγεθος της επιτυχίας και της ανταπόκρισης που είχε η παράσταση, αποδείχθηκε το βράδυ του Σαββάτου, όταν 7.000 θεατές καταχειροκρότησαν το βουλγαρικό θέατρο στην παρθενική του εμφάνιση στη χώρα.
Από την πλευρά του, ο σκηνογράφος κ. Νικόλα Τορομάνοφ τόνισε ότι η εμπειρία αυτή του προσέφερε σοφία. Παρά τις μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και την έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης, δήλωσε ευγνώμων για τις ομάδες της Βουλγαρίας και της Βόρειας Ελλάδας που έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό, ενόψει και της καλοκαιρινής περιοδείας.
Ο Μιχαήλ Ταμπακάκης, ο οποίος ενσαρκώνει τον ρόλο του Πενθέα, επεσήμανε με γλαφυρό τρόπο πως δεν είναι βέβαιος εάν οι Βούλγαροι συνάδελφοί του κατανοούν τη βαρύτητα και την ευθύνη του να παίζει ένας Έλληνας για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, όπου “όλοι σε περιμένουν με το τουφέκι έτοιμοι να σε εκτελέσουν”. Συμπλήρωσε ότι, παρά τη δυσκολία της ερμηνείας στην αγγλική γλώσσα, δηλώνει ευγνώμων προς τον σκηνοθέτη του, καθώς του άφησε χώρο για να νιώσει δημιουργικός και να αισθανθεί ασφάλεια, ώστε να αποδώσει αυτό τον γιγάντιο ρόλο που είναι ο Πενθέας. Παράλληλα, εξήρε τη χημεία του με τον εξαιρετικό συμπαίκτη του, Λέονιντ Γιόζεφ, ο οποίος τον βοήθησε να ερμηνεύσει με τον καλλίτερο τρόπο τον ρόλο του, πράγμα που αποτυπώθηκε και στην παράσταση.
Από την πλευρά του, ο κ. Λέονιντ Γιόζεφ, που υποδύεται τον Διόνυσο, εξέφρασε τις ευχαριστίες του στους διοργανωτές και υπογράμμισε ότι η Επίδαυρος αποτελεί ορόσημο για την καριέρα κάθε ηθοποιού. Εξέφρασε επίσης την ευτυχία του να βρεθεί σε επαφή με 16.000 θεατές σε ένα μέρος γεμάτο ιστορία και με καταπληκτική φύση, κάτι για το οποίο δηλώνει βαθιά ευγνώμων.
Όσον αφορά τον Ιβάν Γιουρούκοφ, ο οποίος διέπρεψε στον ρόλο του Αγγελιαφόρου, εκείνος επεσήμανε την αρχαιολογική και ιστορική αξία του χώρου, ευχαριστώντας ιδιαίτερα και τους ανθρώπους των παρασκηνίων (μακιγιάζ, σκηνικά, τεχνικούς) για τα όσα προσέφεραν στην απαιτητική δουλειά που χρειάσθηκε, καθώς το κείμενο επιπλέον ήταν στα αγγλικά. Συμπλήρωσε δε, λέγοντας πως για έναν ηθοποιό το πιο σημαντικό πράγμα στην καριέρα του είναι να ξεκινά από την Επίδαυρο, περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο μέρος στον κόσμο και πρόσθεσε ότι το ασύφταστο κείμενο του Ευριπίδη προσφέρει διαχρονικά διδάγματα στην ανθρωπότητα, καθώς δείχνει πως κάποιος πρέπει να απομακρύνεται από την καθημερινότητα για να μπορέσει να επιστρέψει στη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής του.
Από την πλευρά του, ο Πρέσβης της Βουλγαρίας συνεχάρη τους συντελεστές και δήλωσε συναισθηματικά φορτισμένος, καθώς η παράσταση αποδεικνύει πως παρά τις μακραίωνες διαφορές τους, οι δύο λαοί είναι πλέον στην ευχάριστη θέση να είναι αμφότεροι μέλη της ΕΕ κι ιδίως η Βουλγαρία που με την υποστήριξη της Αθήνας κατόρθωσε να ενσωματωθεί στην Ένωση και στο Σένγκεν κι οι δύο χώρες έχουν πετύχει πολλά σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Υπογραμμίζοντας πως παρά τις διαφωνίες, που μετρούν πάνω από 1.000 χρόνια, η παράσταση στην Επίδαυρο απέδειξε πως έχουν καταφέρει αμφότεροι να επιτύχουν τη σταθερότητα και τη σιγουριά για το μέρος που βρίσκονται. Η παράσταση απάντησε και για τον ίδιο το ερώτημα που είχε ως μαθητής για την κουλτούρα και τον πολιτισμό και το να βλέπεις θέατρο με ζωντανή μουσική είναι να παρακολουθείς κάτι διαφορετικό προς τη θετική όμως κατεύθυνση.
Στο κλείσιμο της συνέντευξης, ανακοινώθηκε ότι η παράσταση θα παρουσιαστεί σε 13 μέρη στην Ελλάδα, με πρώτη στάση την Αθήνα, όπου οι Βάκχες θα ανέβουν στις 15 Ιουλίου στο Θέατρο Βράχων, θα ακολουθήσει στις 17 το θέατρο Πέτρας, στις 18 το Βεάκειο και στις 24 Ιουλίου το Κατράκειο.






