«Ο ρόλος είναι ένα “νυστέρι” που σκάβει μέσα σου και σε οδηγεί στα δικά σου σκοτάδια», τονίζει σε συνέντευξη της στην Karfitsa, η ηθοποιός Ράνια Σχήζα. Όπως αναφέρει η ίδια, «πάντα ψάχνω κάτι που θα “ερεθίσει” το μέσα μου»
Η Ράνια Σχήζα, μόνη της επί σκηνής, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Βαγγέλη Λάσκαρη ερμηνεύει την Έλλη Ζάχου Ταχτσή, την μητέρα του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή. Στη Θεσσαλονίκη για δύο παραστάσεις Σάββατο 22 και Κυριακή 23 Απριλίου στο θέατρο Metropolitan στις 21:00. «Η μάνα αυτουνού… Έλλη Ζάχου Ταχτσή» της Κικής Μαυρίδου.
Συνέντευξη στην ΕΥΗ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ερμηνεύεται την Έλλη, στον μονόλογο «Η μάνα αυτουνού… Έλλη Ζάχου Ταχτσή», πείτε μας λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου ;
Πρόκειται για έναν μονόλογο που το έχει γράψει η Κική Μαυρίδου, ο οποίος αναφέρεται στην Έλλη Ζάχου Ταχτσή, την μητέρα του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή και μιλάει για την ζωή της όπου μέσα από αυτή βλέπουμε στοιχεία από την ζωή του γιού της. Τα στοιχεία της μυθοπλασίας σ’ αυτό το έργο είναι ελάχιστα, καθώς μιλάμε για ένα υπαρκτό πρόσωπο και τα στοιχεία της ζωής της είναι βιογραφικά. Η Έλλη Ζάχου Ταχτσή, ήταν ένα κορίτσι το οποίο είχε πολύ όμορφα παιδικά χρόνια και ο πατέρας της αποτελούσε ένα είδωλο γι’ αυτήν. Ταυτόχρονα είχε ένα πολύ μεγάλο έλλειμα επιβεβαίωσης από την μητέρα της, η οποία έδειχνε πολύ μεγάλη αδυναμία στα αγόρια και τα διέκρινε. Η Έλλη ήταν ένα πλάσμα πολύ έντονο, ήταν ένα «αγρίμι» και αντιδραστικός άνθρωπος που ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει την διάκριση της μητέρας της. Στην πορεία ο πατέρας της, τους άφησε γιατί ερωτεύθηκε την ξαδέρφη της μητέρας της, νιώθοντας πλέον προδομένη και από τον ίδιο. Το επαναστατικό χαρακτηριστικό που τόσο έντονα είχε, έγινε τόσο ενοχλητικό που αποφάσισαν να την παντρέψουν σε πολύ μικρή ηλικία με έναν άντρα μεγαλύτερο της, ο οποίος ήταν αλκοολικός παρ’ ότι μορφωμένος και πάνω στις κρίσεις του την χτυπούσε. Στα δεκαοχτώ της χρόνια απέκτησε τον Κώστα και όπως έλεγε και η ίδια «εγώ δεν ήθελα να κάνω παιδιά, εγώ ήθελα να ζήσω την ζωή μου». Παρ’ όλ’ αυτά όμως τα λάτρεψε. Το οριακό σημείο για την ίδια δεν άργησε να έρθει όταν ο Κώστας Ταχτσής έφτασε στα εφτά του χρόνια και τον έδωσε στην μητέρας της για να τον μεγαλώσει. Ένα έργο με πολλές εικόνες, «μυρωδιές» που μας ταξιδεύει σε μια παλιά εποχή, όπου ο ρόλος της γυναίκας ήταν η υποταγή. Διαπνέεται όμως από την ουσιαστική ανάγκη όλων μας να αγαπηθούμε και να αγαπήσουμε με απόλυτη ελευθερία και όπως αισθανόμαστε. Είναι ένα έργο που χτυπάει κατευθείαν στο συναίσθημα.
Το σας ώθησε στο να επιλέξετε το συγκεκριμένο έργο και να πείτε το «ναι» ;
Με το που άκουσα ότι το έργο έχει να κάνει με την μητέρα του Κώστα Ταχτσή ήταν για μένα ένα δυνατό «σκούντημα». Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα και ένας σπουδαίος συγγραφέας, ο οποίος μάλιστα είχε και έναν ανεξήγητο θάνατο καθώς βρέθηκε στραγγαλισμένος μέσα στο σπίτι του και φορώντας γυναικεία ρούχα. Όλο αυτό αποτέλεσε ένα μυστήριο διότι ποτέ δεν βρέθηκε ο δολοφόνος. Μετέπειτα διάβασα πολύ καλά το κείμενο που έγραψε η Κική Μαυρίδου και μου δημιούργησε μια απίστευτη ταραχή και έτσι δεν είχα κανένα λόγο να αρνηθώ. Πάντα ψάχνω κάτι που θα «ερεθίσει» το μέσα μου. Ο ρόλος είναι ένα «νυστέρι» που σκάβει βαθιά μέσα σου και σε οδηγεί στα δικά σου σκοτάδια, μπαίνεις σε μια διαδικασία που μπορείς να εκπλαγείς με τον εαυτό σου..
Υπάρχουν σημεία μέσα από τον ρόλο σας που σας άγγιξαν και σας έκαναν να νιώθετε συναισθηματικά φορτισμένη ;
Τα σημεία που η Έλλη αναφέρεται στον Κώστα Ταχτσή είναι τα πιο έντονα γιατί είναι και το κέντρο του μονολόγου. Κάθε φορά όμως ξεπηδάει και κάτι καινούργιο που μπορεί να με συγκινήσει και θα είναι ακόμα πιο δυνατό. Είναι πολλά τα θέματα που «αγγίζει», από την στάση της γυναίκας σε εκείνη την εποχή, από την σχέση που μπορεί να έχει μια μητέρα με τα παιδιά της, την ομοφυλοφιλία, γεννάει πολλές εικόνες, ξυπνάει αισθήσεις, είναι ένα πολύ πλούσιο κείμενο.
Πως είναι ο μονόλογος για έναν ηθοποιό που βρίσκεστε «εκτεθειμένος» στα βλέμματα του κοινού και όλη η προσοχή πέφτει πάνω του;
Στον μονόλογο δεν υπάρχει «δίχτυ» ασφαλείας, νιώθεις «γυμνός», είσαι μόνος σου και το κοινό είναι ο συμπαίχτης σου, που όμως δεν μπορεί να σε βοηθήσει πρακτικά. Για μένα αυτό που μετράει είναι το έργο, ανεξαρτήτως ενός ή περισσοτέρων ηρώων. Ο μονόλογος έχει μια πολύ μεγάλη γοητεία, αλλά σίγουρα είναι και ένα ρίσκο. Ακόμα και την αγωνία σου μέσα σ’ ένα καμαρίνι, την μοιράζεσαι μόνος σου με τον εαυτό σου. Κρύβει όμως μεγάλη μαγεία , γοητεία και συγκίνηση.
Ποιος θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο σκοπός αυτού του έργου και όλης αυτής της ιστορίας που υπάρχει από πίσω
Να ανοίξουν οι καρδιές μας, να ξεπεράσει η αγάπη τα στερεότυπα, να αναγνωρίζουμε το δικαίωμα του καθενός σ’ αυτό που θέλει και όχι σ’ αυτό που θέλουμε εμείς, να «ανοίξει» το μυαλό μας και οι αγκαλιές μας γιατί το κοινό αίτημα όλων μας είναι η αγάπη. Είναι τόσο πολύ χρησιμοποιημένη αυτή η λέξη που έχουμε φτάσει να απαξιώνουνε μέχρι και αυτό. Να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε και να το εκφράσουμε πριν να είναι αργά!


